Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/kənˈdʌktɪd/
Μετάφραση
διεξήχθη
To organize and carry out a particular activity or process.
“The scientists conducted a series of experiments to test the new drug.”
Το χρησιμοποιούμε όταν λέμε ότι κάποιος οργάνωσε και έκανε μια έρευνα, ένα πείραμα ή μια δραστηριότητα.
To lead or direct a musical performance.
“He conducted the orchestra during the grand finale.”
Είναι η λέξη που χρησιμοποιούμε όταν ένας μαέστρος διευθύνει μια ορχήστρα.