Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈdespərət/
Μετάφραση
отчаянный
Feeling or showing a hopeless sense that a situation is so bad as to be impossible to deal with.
“The family was desperate for money to pay the rent.”
Это когда человек дошёл до ручки и готов на любые крайности от безысходности.
Extremely serious or dangerous.
“They are in desperate need of medical supplies.”
Так говорят о ситуации, когда всё очень плохо и помощь нужна прямо сейчас.