Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈɛl.boʊ/
Μετάφραση
cotovelo
The joint between the upper and lower parts of the human arm.
“He hurt his elbow while playing tennis.”
O cotovelo é aquela articulação no meio do braço que permite a gente dobrar ele.
To push someone with your elbow in order to move past them.
“She had to elbow her way through the busy crowd.”
É o ato de dar uma cotovelada ou empurrar alguém com o cotovelo pra abrir caminho.