Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ɪɡˈzɔːstʃən/
Μετάφραση
истощение
The state of being extremely tired, either physically or mentally.
“He collapsed from exhaustion after working for 24 hours straight.”
Это когда ты чувствуешь себя абсолютно выжатым и без сил после тяжелой работы или сильного стресса.
The action of using something up completely until nothing is left.
“The exhaustion of natural resources is a major global issue.”
Это когда какой-то важный ресурс, например деньги или запасы нефти, полностью закончился.