Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈfræktʃər/
Μετάφραση
перелом
The act or instance of breaking or cracking something, especially a bone.
“The X-ray showed a small fracture in his left wrist.”
Это когда что-то ломается или трескается, чаще всего так говорят именно про кости.
To break or cause something to break.
“The heavy pressure caused the glass to fracture.”
Когда что-то ломается или ты сам это ломаешь, например, из-за давления или удара.