Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ɡriːf/
Μετάφραση
горе
Deep sorrow, especially that caused by someone's death.
“She was overcome with grief after her grandfather passed away.”
Это очень сильная душевная боль и печаль, когда ты теряешь кого-то близкого.
Trouble, annoyance, or criticism.
“My boss has been giving me a lot of grief for being five minutes late.”
В обычном общении так говорят про лишние хлопоты, проблемы или когда кто-то тебя достает придирками.