Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ɪnˈvestmənt/
Μετάφραση
інвестиція
The act of putting money into something to make a profit.
“Buying these stocks was a smart investment.”
Це коли ти вкладаєш гроші в бізнес або акції, сподіваючись отримати більше грошей пізніше.
Putting time or effort into something for a future benefit.
“Learning a new language is a great investment in your future.”
Це не тільки про гроші, а й про твій час чи зусилля, які ти витрачаєш зараз, щоб у майбутньому мати результат.