Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈlektʃər/
Μετάφραση
лекция
An educational talk to an audience, especially one of students in a university.
“I have an early morning lecture on history tomorrow.”
Это когда преподаватель долго рассказывает тему перед целой аудиторией студентов.
To deliver an educational talk or to talk seriously to someone about their behavior.
“My dad lectured me for an hour after I missed my curfew.”
Это либо когда ты выступаешь с речью, либо когда тебя кто-то долго и нудно отчитывает за проступок.