Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈpɒkɪt/
Μετάφραση
кишеня
A small pouch sewn into or on clothing, used for carrying small items.
“I realized I had a hole in my pocket when I lost my coins.”
Це така маленька торбинка на твоєму одязі, куди ти зазвичай кладеш ключі, гроші чи телефон.
To put something into one's pocket, or to take something for oneself illegally.
“He pocketed the tip that was meant for the waiter.”
Це коли ти кладеш щось у кишеню або просто забираєш собі гроші, які тобі не належать.