Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/reɪdʒ/
Μετάφραση
ярость
Violent, uncontrollable anger.
“His face was red with rage after the argument.”
Это когда ты чувствуешь очень сильный, почти неуправляемый гнев.
A widespread fad or fashion; something very popular.
“Electric scooters are all the rage in the city right now.”
Так говорят про то, что сейчас дико модно или популярно.
To act or speak with great anger.
“He began to rage at the injustice of the situation.”
Вести себя очень агрессивно или громко злиться на что-то.