Λεξικό LingoSnack
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Ανάλυση λέξης
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
Αναζήτησε οποιαδήποτε λέξη για ορισμούς, μεταφράσεις, παραδείγματα και προφορά σε 50+ γλώσσες.
/ˈrɪŋkəld/
Μετάφραση
морщинистый
having small folds or lines in the skin, especially due to old age
“The old man had a kind, wrinkled face.”
Это когда на коже появляются полосочки и складки от старости или если долго быть в воде.
having folds or creases in fabric or paper that shouldn't be there
“He put on a wrinkled shirt because he was in a hurry.”
Так называют помятую одежду или бумагу, на которой остались заломы и складки.