Τρόφιμα και φαγητά στα αγγλικά με εικόνες
Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε τα πιο συνηθισμένα φαγητά και γεύματα στα αγγλικά. Δοκιμάστε να περιγράφετε τι τρώτε κάθε μέρα στα αγγλικά για να τα εμπεδώσετε.

noodles
/ˈnuːdlz/
νουτλς
Μακριές λωρίδες ζύμης, ιδιαίτερα δημοφιλείς στην ασιατική κουζίνα.
“I like to eat hot chicken noodles for lunch.”

/brɛd/
ψωμί
Βασικό είδος διατροφής που παρασκευάζεται από αλεύρι και νερό.
“He bought a fresh loaf of white bread today.”

/raɪs/
ρύζι
Δημητριακό που αποτελεί βασική τροφή για δισεκατομμύρια ανθρώπους.
“We always serve steamed rice with vegetable curry.”

pasta
/ˈpæstə/
ζυμαρικά, μακαρόνια
Γενικός όρος για όλα τα είδη ζυμαρικών στην ιταλική κουζίνα.
“She cooked delicious pasta with tomato sauce for dinner.”

/suːp/
σούπα
Ζεστό ή κρύο υγρό πιάτο με λαχανικά, κρέας ή ψάρι.
“A hot bowl of vegetable soup tastes great in winter.”

/ˈsæləd/
σαλάτα
Συνδυασμός από ωμά ή βραστά λαχανικά με ελαιόλαδο ή σάλτσα.
“He ordered a fresh green salad before his main course.”

/ˈsændwɪtʃ/
σάντουιτς
Δύο φέτες ψωμιού με γέμιση τυριού, αλλαντικών ή λαχανικών.
“I packed a cheese sandwich for my afternoon snack.”

burger
/ˈbɜːrɡər/
μπέργκερ
Ψωμάκι με μπιφτέκι, συχνά σερβιρισμένο με πατάτες τηγανητές.
“She ordered a grilled chicken burger and French fries.”

pizza
/ˈpiːtsə/
πίτσα
Ιταλικό έδεσμα με λεπτή ζύμη, σάλτσα ντομάτας και τυρί.
“They shared a large mushroom pizza with extra cheese.”

/keɪk/
κέικ, τούρτα
Γλυκό ψημένο στο φούρνο, ιδανικό για γενέθλια και γιορτές.
“My mother baked a sweet strawberry cake for my birthday.”

cookie
/ˈkʊki/
μπισκότο
Μικρό και τραγανό γλύκισμα, ιδανικό για συνοδευτικό με γάλα.
“He ate a warm chocolate cookie with a glass of milk.”

ice cream
/ˈaɪs kriːm/
παγωτό
Δροσερό γλύκισμα από γάλα ή κρέμα γάλακτος και ζάχαρη.
“The children love eating vanilla ice cream on hot days.”

/ˈtʃɒklət/
σοκολάτα
Αγαπημένη γλυκιά λιχουδιά που φτιάχνεται από επεξεργασμένο κακάο.
“She gave me a small bar of dark chocolate.”

pancake
/ˈpænkeɪk/
τηγανίτα, πάνκεϊκ
Λεπτή στρογγυλή ζύμη τηγανισμένη, συχνά με μέλι ή σιρόπι.
“I poured sweet maple syrup over my breakfast pancake.”

waffle
/ˈwɒf.əl/
βάφλα
Τραγανή ζύμη ψημένη σε ειδική τοστιέρα με τετράγωνα μοτίβα.
“She enjoys a hot waffle topped with fresh berries.”

donut
/ˈdoʊnʌt/
ντόνατ
Τηγανητό γλυκό ψωμάκι σε σχήμα δαχτυλιδιού με γλάσο.
“He bought a glazed donut with his morning coffee.”

steak
/steɪk/
μπριζόλα, φιλέτο
Παχύ κομμάτι κρέατος ψημένο στα κάρβουνα ή στο τηγάνι.
“The chef grilled a tender beef steak for dinner.”

sausage
/ˈsɔːsɪdʒ/
λουκάνικο
Αλλαντικό από κιμά, λίπος και μπαχαρικά μέσα σε έντερο.
“We cooked each sausage on the hot outdoor grill.”

omelet
/ˈɑːmlət/
ομελέτα
Χτυπημένα αυγά τηγανισμένα με τυρί, λαχανικά ή αλλαντικά.
“She made a quick cheese omelet for breakfast.”

sushi
/ˈsuːʃi/
σούσι
Παραδοσιακό ιαπωνικό πιάτο με ξυδάτο ρύζι και ωμό ψάρι.
“We had fresh salmon sushi at the new restaurant.”

taco
/ˈtɑːkoʊ/
τάκο
Μεξικάνικη τορτίγια γεμιστή με κιμά, λαχανικά και σάλτσα.
“He ate a spicy beef taco with extra lime juice.”

burrito
/bəˈriːtoʊ/
μπουρίτο
Μεγάλη τυλιγμένη τορτίγια με ρύζι, φασόλια και κρέας.
“This chicken burrito is big enough for two people.”

dumpling
/ˈdʌmplɪŋ/
ντάμπλινγκ, πουγκί ζύμης
Μικρή μπουκιά ζύμης με γέμιση κρέατος ή λαχανικών στον ατμό.
“She dipped the steamed pork dumpling into soy sauce.”

ramen
/ˈrɑːmən/
ράμεν
Ιαπωνική σούπα με νουτλς, ζωμό, κρέας και βραστό αυγό.
“I ordered a hot bowl of pork ramen.”

lasagna
/ləˈzɑːnjə/
λαζάνια
Ιταλικό φαγητό φούρνου με στρώσεις ζυμαρικών, κιμά και μπεσαμέλ.
“Grandma makes the best Italian lasagna on Sunday.”

croissant
/krəˈsɑːnt/
κρουασάν
Αφράτο γαλλικό σφολιατοειδές αρτοσκεύασμα με βουτυρένια γεύση.
“I had a warm, buttery croissant for breakfast.”

pretzel
/ˈprɛtsəl/
πρέτσελ
Γερμανικό αρτοσκεύασμα σε σχήμα κόμπου πασπαλισμένο με χοντρό αλάτι.
“He bought a soft, salty pretzel at the mall.”

muffin
/ˈmʌfɪn/
μάφιν
Ατομικό κεκάκι ψημένο σε ειδική στρογγυλή φόρμα.
“She grabbed a fresh blueberry muffin on her way out.”

brownie
/ˈbraʊni/
μπράουνι
Πυκνό, μαλακό σοκολατένιο κέικ κομμένο συνήθως σε τετράγωνα.
“This warm chocolate brownie tastes great with milk.”

pudding
/ˈpʊd.ɪŋ/
πουτίγκα, κρέμα
Σερβίρεται συνήθως κρύο μετά το φαγητό, με γεύση βανίλια ή σοκολάτα.
“We had smooth vanilla pudding after our dinner.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 30 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




