Απαραίτητα για ταξίδια στα αγγλικά με εικόνες
Αυτή η σελίδα περιλαμβάνει βασικές λέξεις που θα χρειαστείτε στα ταξίδια και τις μετακινήσεις σας. Δοκιμάστε να περιγράψετε το επόμενο ταξίδι σας χρησιμοποιώντας αυτές τις εκφράσεις.

suitcase
/ˈsuːtkeɪs/
βαλίτσα
Εκεί τοποθετείτε τα ρούχα και τα προσωπικά σας αντικείμενα.
“He packed his clothes into a heavy suitcase.”

/mæp/
χάρτης
Σας βοηθά να προσανατολιστείτε και να βρείτε δρόμους ή αξιοθέατα.
“She checked the map to find the museum.”

guidebook
/ˈɡaɪdbʊk/
ταξιδιωτικός οδηγός
Βιβλίο με χρήσιμες πληροφορίες και προτάσεις για έναν προορισμό.
“This guidebook lists the best local restaurants.”

runway
/ˈrʌnweɪ/
διάδρομος προσγείωσης και απογείωσης
Το σημείο του αεροδρομίου όπου κινούνται τα αεροπλάνα.
“The airplane waited on the runway for clearance.”

/ˈpæsəndʒər/
επιβάτης
Το άτομο που ταξιδεύει με ένα μέσο μεταφοράς χωρίς να οδηγεί.
“Every passenger must wear a seatbelt during takeoff.”

tourist
/ˈtʊərɪst/
τουρίστας
Κάποιος που επισκέπτεται ένα μέρος για αναψυχή.
“Many tourists take photos near the old tower.”

hostel
/ˈhɒst(ə)l/
ξενώνας νέων, χόστελ
Οικονομικό κατάλυμα με κοινόχρηστα δωμάτια και μπάνια.
“Backpackers often stay in a friendly hostel.”

keycard
/ˈkiːkɑːrd/
μαγνητική κάρτα κλειδί
Πλαστική κάρτα για να ξεκλειδώνετε το δωμάτιο του ξενοδοχείου.
“Hold your keycard against the electronic lock.”

elevator
/ˈɛlɪveɪtər/
ασανσέρ, ανελκυστήρας
Στα βρετανικά αγγλικά θα το ακούσετε συχνά ως lift.
“Take the elevator up to the fifth floor.”

escalator
/ˈɛskəleɪtər/
κυλιόμενες σκάλες
Κινούμενες σκάλες που συνδέουν ορόφους σε κτίρια ή σταθμούς.
“Stand on the right side of the escalator.”

subway
/ˈsʌbweɪ/
μετρό
Χρησιμοποιείται κυρίως στις ΗΠΑ, ενώ στη Βρετανία λέγεται underground.
“We took the subway across the busy city.”

ferry
/ˈfɛri/
φέρι μποτ, επιβατηγό πλοίο
Πλοίο που εκτελεί τακτικά δρομολόγια σε κοντινές αποστάσεις.
“The ferry departs for the island every hour.”

tram
/træm/
τραμ
Ηλεκτροκίνητο όχημα που κινείται πάνω σε ράγες στους δρόμους.
“Hop on the tram to reach the market.”

bus stop
/ˈbʌs stɒp/
στάση λεωφορείου
Το καθορισμένο σημείο επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών.
“A crowd waited patiently at the bus stop.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 14 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




