LingoSnackLingoSnack

Οχήματα και μέσα μεταφοράς στα αγγλικά με εικόνες

Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε βασικά οχήματα και μέσα μεταφοράς στα αγγλικά. Ομαδοποιήστε τα σε οχήματα ξηράς, αέρα και θάλασσας για να τα αποστηθίσετε ευκολότερα.

  1. taxi — ταξί

    /ˈtæksi/

    ταξί

    Αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης που μεταφέρει επιβάτες με κόμιστρο.

    “We took a taxi home after the party.”

  2. van — βαν, κλειστό φορτηγάκι

    /væn/

    βαν, κλειστό φορτηγάκι

    Χρησιμοποιείται συχνά για μεταφορές εμπορευμάτων ή μικρών ομάδων ατόμων.

    “They rented a white van to move their furniture.”

  3. scooter — πατίνι, σκούτερ

    scooter

    /ˈskuːtər/

    πατίνι, σκούτερ

    Δημοφιλές μέσο μικροκινητικότητας, χειροκίνητο ή ηλεκτρικό, με λαβή και σανίδα.

    “He rides an electric scooter to work every morning.”

  4. motorcycle — μοτοσικλέτα, μηχανή

    motorcycle

    /ˈmoʊtərˌsaɪkəl/

    μοτοσικλέτα, μηχανή

    Δίτροχο μηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για γρήγορες μετακινήσεις στον δρόμο.

    “Always wear a helmet when riding a motorcycle.”

  5. ambulance — ασθενοφόρο

    ambulance

    /ˈæm.bjə.ləns/

    ασθενοφόρο

    Ειδικό όχημα άμεσης ανάγκης για τη διακομιδή ασθενών στο νοσοκομείο.

    “The ambulance arrived quickly to help the injured driver.”

  6. fire truck — πυροσβεστικό όχημα

    fire truck

    /ˈfaɪər trʌk/

    πυροσβεστικό όχημα

    Φέρει σκάλες και μάνικες νερού για την κατάσβεση πυρκαγιών.

    “A bright red fire truck raced down the street.”

  7. pickup truck — αγροτικό, ημιφορτηγό

    pickup truck

    /ˈpɪk.ʌp trʌk/

    αγροτικό, ημιφορτηγό

    Διαθέτει κλειστή καμπίνα επιβατών και ανοιχτή καρότσα στο πίσω μέρος.

    “He loaded bags of soil into his pickup truck.”

  8. tractor — τρακτέρ, ελκυστήρας

    tractor

    /ˈtræktər/

    τρακτέρ, ελκυστήρας

    Βαρύ αγροτικό όχημα με μεγάλους τροχούς για εργασίες στα χωράφια.

    “The farmer drives his tractor across the field.”

  9. helicopter — ελικόπτερο

    /ˈhɛlɪkɒptər/

    ελικόπτερο

    Εναέριο μέσο που απογειώνεται και προσγειώνεται κατακόρυφα χάρη στους έλικές του.

    “A rescue helicopter landed on the hospital roof.”

  10. hot air balloon — αερόστατο

    hot air balloon

    /hɒt eə bəˈluːn/

    αερόστατο

    Πετάει στον αέρα θερμαίνοντας το αέριο μέσα στο μεγάλο μπαλόνι.

    “We flew in a hot air balloon at sunrise.”

  11. submarine — υποβρύχιο

    submarine

    /ˌsʌbməˈriːn/

    υποβρύχιο

    Σκάφος σχεδιασμένο να ταξιδεύει και να επιχειρεί κάτω από το νερό.

    “Scientists explored the ocean floor in a small submarine.”

  12. canoe — κανό

    /kəˈnuː/

    κανό

    Ελαφρύ στενό σκάφος που κινείται στο νερό με μονό κουπί.

    “We paddled our canoe across the quiet lake.”

  13. kayak — καγιάκ

    kayak

    /ˈkaɪæk/

    καγιάκ

    Κλειστό μικρό σκάφος που προωθείται με διπλό κουπί.

    “She rented a kayak for the weekend.”

  14. sailboat — ιστιοφόρο

    sailboat

    /ˈseɪlboʊt/

    ιστιοφόρο

    Σκάφος που αξιοποιεί τον άνεμο στα πανιά του για να πλεύσει.

    “They spent the afternoon sailing on a wooden sailboat.”

  15. cruise ship — κρουαζιερόπλοιο

    cruise ship

    /kruːz ʃɪp/

    κρουαζιερόπλοιο

    Μεγάλο επιβατηγό πλοίο που προσφέρει πολυτελείς διακοπές στη θάλασσα.

    “The cruise ship stopped at three different islands.”

  16. lighthouse — φάρος

    lighthouse

    /ˈlaɪt.haʊs/

    φάρος

    Πύργος με ισχυρό φως στην ακτή που καθοδηγεί τα πλοία.

    “The old lighthouse warned ships away from dangerous rocks.”

  17. bulldozer — μπουλντόζα

    bulldozer

    /ˈbʊlˌdoʊzər/

    μπουλντόζα

    Βαρύ μηχάνημα έργων με μεταλλική λεπίδα για ισοπέδωση του εδάφους.

    “The yellow bulldozer cleared the rocky ground quickly.”

  18. excavator — εκσκαφέας

    excavator

    /ˈek.skə.veɪ.tər/

    εκσκαφέας

    Χρησιμοποιείται σε κατασκευές για να σκάβει χώμα και μπάζα.

    “The excavator dug a large trench for new pipes.”

  19. forklift — κλαρκ, περονοφόρο

    forklift

    /ˈfɔːrklɪft/

    κλαρκ, περονοφόρο

    Μικρό βιομηχανικό όχημα με περόνες για ανύψωση και μεταφορά παλετών.

    “The worker used a forklift to unload the boxes.”

  20. cable car — τελεφερίκ

    cable car

    /ˈkeɪ.bəl ˌkɑːr/

    τελεφερίκ

    Κινούμενος θάλαμος που κρέμεται από συρματόσχοινα σε ορεινές περιοχές.

    “We rode the cable car to reach the peak.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 20 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ