LingoSnackLingoSnack

Μπάνιο και προσωπική φροντίδα στα αγγλικά με εικόνες

Αυτή η ενότητα περιλαμβάνει βασικές λέξεις για αντικείμενα μπάνιου και προϊόντα ατομικής υγιεινής. Δοκιμάστε να κολλήσετε ετικέτες με τις αγγλικές ονομασίες στα πράγματα του μπάνιου σας.

  1. toilet — λεκάνη, τουαλέτα

    /ˈtɔɪlɪt/

    λεκάνη, τουαλέτα

    Χρησιμοποιείται καθημερινά για την προσωπική υγιεινή στο σπίτι.

    “Always remember to flush the toilet after you use it.”

  2. sponge — σφουγγάρι

    sponge

    /spʌndʒ/

    σφουγγάρι

    Μαλακό υλικό που κάνει αφρό για το πλύσιμο του σώματος.

    “She washed her arms with a soft yellow sponge.”

  3. toothbrush — οδοντόβουρτσα

    toothbrush

    /ˈtuːθ.brʌʃ/

    οδοντόβουρτσα

    Απαραίτητο εργαλείο για τον καθαρισμό των δοντιών μετά το φαγητό.

    “You should change your toothbrush every three months.”

  4. toothpaste — οδοντόκρεμα

    toothpaste

    /ˈtuːθpeɪst/

    οδοντόκρεμα

    Την τοποθετείτε πάνω στην οδοντόβουρτσα για να βουρτσίσετε τα δόντια.

    “Put a little toothpaste on the bristles before brushing.”

  5. soap — σαπούνι

    /soʊp/

    σαπούνι

    Καθαρίζει τα χέρια και το σώμα με τη βοήθεια νερού.

    “Wash your hands thoroughly with warm water and soap.”

  6. shower — ντους, ντουζιέρα

    /ˈʃaʊər/

    ντους, ντουζιέρα

    Συσκευή που ρίχνει νερό από ψηλά για γρήγορο πλύσιμο.

    “I always take a quick shower in the morning.”

  7. bathtub — μπανιέρα

    bathtub

    /ˈbæθ.tʌb/

    μπανιέρα

    Μεγάλο δοχείο που γεμίζει με νερό για χαλαρωτικό μπάνιο.

    “He relaxed in a warm bathtub after a long day.”

  8. towel — πετσέτα

    /ˈtaʊəl/

    πετσέτα

    Απορροφητικό ύφασμα για να στεγνώσετε το σώμα ή τα χέρια.

    “Dry your hands with the clean towel by the sink.”

  9. mirror — καθρέφτης

    /ˈmɪrər/

    καθρέφτης

    Γυάλινη επιφάνεια που αντανακλά την εικόνα σας όταν ετοιμάζεστε.

    “She checked her hair in the bathroom mirror.”

  10. razor — ξυραφάκι, ξυριστική μηχανή

    razor

    /ˈreɪzər/

    ξυραφάκι, ξυριστική μηχανή

    Εργαλείο με κοφτερή λεπίδα για την αφαίρεση των τριχών.

    “Be very careful not to cut yourself with the razor.”

  11. comb — χτένα

    comb

    /koʊm/

    χτένα

    Επίπεδο εργαλείο με δόντια για να ξεμπερδεύετε τα μαλλιά.

    “He used a plastic comb to part his hair.”

  12. brush — βούρτσα

    /brʌʃ/

    βούρτσα

    Χρησιμεύει στο χτένισμα και στο styling των μαλλιών.

    “She smoothed her long hair using a soft brush.”

  13. hairdryer — πιστολάκι μαλλιών, σεσουάρ

    hairdryer

    /ˈher.draɪ.ər/

    πιστολάκι μαλλιών, σεσουάρ

    Ηλεκτρική συσκευή που βγάζει ζεστό αέρα για στέγνωμα μαλλιών.

    “She dried her wet hair quickly with a hairdryer.”

  14. deodorant — αποσμητικό

    deodorant

    /diˈoʊdərənt/

    αποσμητικό

    Προστατεύει από τις δυσάρεστες οσμές του ιδρώτα όλη μέρα.

    “He applies deodorant every morning after getting dressed.”

  15. perfume — άρωμα

    perfume

    /ˈpɜːrfjuːm/

    άρωμα

    Υγρό προϊόν που προσφέρει ευχάριστη μυρωδιά στο σώμα.

    “She sprayed a little sweet perfume on her neck.”

  16. sunscreen — αντηλιακό

    sunscreen

    /ˈsʌnskriːn/

    αντηλιακό

    Κρέμα που προστατεύει το δέρμα από την ηλιακή ακτινοβολία.

    “Apply sunscreen before going outside on a sunny day.”

  17. mouthwash — στοματικό διάλυμα

    mouthwash

    /ˈmaʊθwɒʃ/

    στοματικό διάλυμα

    Υγρό για δροσερή αναπνοή και ολοκληρωμένη στοματική υγιεινή.

    “Rinse with mouthwash for thirty seconds after brushing.”

  18. floss — οδοντικό νήμα

    floss

    /flɒs/

    οδοντικό νήμα

    Λεπτή κλωστή για τον καθαρισμό ανάμεσα στα δόντια.

    “Dentists recommend that you use dental floss every night.”

  19. slippers — παντόφλες

    slippers

    /ˈslɪp.ərz/

    παντόφλες

    Άνετα υποδήματα που φοράτε αποκλειστικά μέσα στο σπίτι.

    “He put on his warm slippers as soon as he got out of bed.”

  20. plunger — βεντούζα αποφράξεων

    plunger

    /ˈplʌndʒər/

    βεντούζα αποφράξεων

    Χρήσιμο εργαλείο για να ξεβουλώνετε σωληνώσεις και σιφόνια.

    “Use a plunger if the drain gets blocked again.”

  21. scale — ζυγαριά

    /skeɪl/

    ζυγαριά

    Συσκευή για να μετράτε το σωματικό σας βάρος.

    “She stepped onto the bathroom scale to weigh herself.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 21 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ