Μπάνιο και προσωπική φροντίδα στα αγγλικά με εικόνες
Αυτή η ενότητα περιλαμβάνει βασικές λέξεις για αντικείμενα μπάνιου και προϊόντα ατομικής υγιεινής. Δοκιμάστε να κολλήσετε ετικέτες με τις αγγλικές ονομασίες στα πράγματα του μπάνιου σας.

/ˈtɔɪlɪt/
λεκάνη, τουαλέτα
Χρησιμοποιείται καθημερινά για την προσωπική υγιεινή στο σπίτι.
“Always remember to flush the toilet after you use it.”

sponge
/spʌndʒ/
σφουγγάρι
Μαλακό υλικό που κάνει αφρό για το πλύσιμο του σώματος.
“She washed her arms with a soft yellow sponge.”

toothbrush
/ˈtuːθ.brʌʃ/
οδοντόβουρτσα
Απαραίτητο εργαλείο για τον καθαρισμό των δοντιών μετά το φαγητό.
“You should change your toothbrush every three months.”

toothpaste
/ˈtuːθpeɪst/
οδοντόκρεμα
Την τοποθετείτε πάνω στην οδοντόβουρτσα για να βουρτσίσετε τα δόντια.
“Put a little toothpaste on the bristles before brushing.”

/soʊp/
σαπούνι
Καθαρίζει τα χέρια και το σώμα με τη βοήθεια νερού.
“Wash your hands thoroughly with warm water and soap.”

/ˈʃaʊər/
ντους, ντουζιέρα
Συσκευή που ρίχνει νερό από ψηλά για γρήγορο πλύσιμο.
“I always take a quick shower in the morning.”

bathtub
/ˈbæθ.tʌb/
μπανιέρα
Μεγάλο δοχείο που γεμίζει με νερό για χαλαρωτικό μπάνιο.
“He relaxed in a warm bathtub after a long day.”

/ˈtaʊəl/
πετσέτα
Απορροφητικό ύφασμα για να στεγνώσετε το σώμα ή τα χέρια.
“Dry your hands with the clean towel by the sink.”

/ˈmɪrər/
καθρέφτης
Γυάλινη επιφάνεια που αντανακλά την εικόνα σας όταν ετοιμάζεστε.
“She checked her hair in the bathroom mirror.”

razor
/ˈreɪzər/
ξυραφάκι, ξυριστική μηχανή
Εργαλείο με κοφτερή λεπίδα για την αφαίρεση των τριχών.
“Be very careful not to cut yourself with the razor.”

comb
/koʊm/
χτένα
Επίπεδο εργαλείο με δόντια για να ξεμπερδεύετε τα μαλλιά.
“He used a plastic comb to part his hair.”

/brʌʃ/
βούρτσα
Χρησιμεύει στο χτένισμα και στο styling των μαλλιών.
“She smoothed her long hair using a soft brush.”

hairdryer
/ˈher.draɪ.ər/
πιστολάκι μαλλιών, σεσουάρ
Ηλεκτρική συσκευή που βγάζει ζεστό αέρα για στέγνωμα μαλλιών.
“She dried her wet hair quickly with a hairdryer.”

deodorant
/diˈoʊdərənt/
αποσμητικό
Προστατεύει από τις δυσάρεστες οσμές του ιδρώτα όλη μέρα.
“He applies deodorant every morning after getting dressed.”

perfume
/ˈpɜːrfjuːm/
άρωμα
Υγρό προϊόν που προσφέρει ευχάριστη μυρωδιά στο σώμα.
“She sprayed a little sweet perfume on her neck.”

sunscreen
/ˈsʌnskriːn/
αντηλιακό
Κρέμα που προστατεύει το δέρμα από την ηλιακή ακτινοβολία.
“Apply sunscreen before going outside on a sunny day.”

mouthwash
/ˈmaʊθwɒʃ/
στοματικό διάλυμα
Υγρό για δροσερή αναπνοή και ολοκληρωμένη στοματική υγιεινή.
“Rinse with mouthwash for thirty seconds after brushing.”

floss
/flɒs/
οδοντικό νήμα
Λεπτή κλωστή για τον καθαρισμό ανάμεσα στα δόντια.
“Dentists recommend that you use dental floss every night.”

slippers
/ˈslɪp.ərz/
παντόφλες
Άνετα υποδήματα που φοράτε αποκλειστικά μέσα στο σπίτι.
“He put on his warm slippers as soon as he got out of bed.”

plunger
/ˈplʌndʒər/
βεντούζα αποφράξεων
Χρήσιμο εργαλείο για να ξεβουλώνετε σωληνώσεις και σιφόνια.
“Use a plunger if the drain gets blocked again.”

/skeɪl/
ζυγαριά
Συσκευή για να μετράτε το σωματικό σας βάρος.
“She stepped onto the bathroom scale to weigh herself.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 21 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




