LingoSnackLingoSnack

Καθημερινά αντικείμενα στα αγγλικά με εικόνες

Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε χρήσιμα μικροαντικείμενα που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα στο σπίτι. Κολλήστε ετικέτες με τα ονόματά τους στα πράγματά σας για να τα αποστηθίσετε γρηγορότερα.

  1. peephole — ματάκι πόρτας

    peephole

    /ˈpiːp.hoʊl/

    ματάκι πόρτας

    Μικρή οπή στην εξώπορτα για να βλέπετε ποιος χτυπάει.

    “Look through the peephole before you open the front door.”

  2. keychain — μπρελόκ

    keychain

    /ˈkiːtʃeɪn/

    μπρελόκ

    Κρίκος ή αλυσίδα που κρατά συγκεντρωμένα τα κλειδιά σας.

    “I keep all my house keys on a cute keychain.”

  3. shoehorn — κοκάλι παπουτσιών

    shoehorn

    /ˈʃuːˌhɔːrn/

    κοκάλι παπουτσιών

    Εργαλείο που βοηθά τη φτέρνα να γλιστρήσει εύκολα στο παπούτσι.

    “He used a shoehorn to slide into his tight leather boots.”

  4. doorbell — κουδούνι πόρτας

    doorbell

    /ˈdɔːrbɛl/

    κουδούνι πόρτας

    Το κουμπί στην είσοδο που ειδοποιεί ότι κάποιος έφτασε.

    “Please ring the doorbell when you arrive at my house.”

  5. tweezers — τσιμπιδάκι

    tweezers

    /ˈtwiːzərz/

    τσιμπιδάκι

    Χρησιμεύει για να πιάνετε ή να βγάζετε πολύ μικρά αντικείμενα.

    “She used tweezers to remove a wooden splinter from her finger.”

  6. corkscrew — τιρμπουσόν, ανοιχτήρι κρασιού

    corkscrew

    /ˈkɔːrk.skruː/

    τιρμπουσόν, ανοιχτήρι κρασιού

    Ειδικό εργαλείο για να αφαιρείτε τον φελλό από μπουκάλια κρασιού.

    “Do you have a corkscrew to open this bottle of wine?”

  7. lanyard — κορδόνι λαιμού

    lanyard

    /ˈlænjərd/

    κορδόνι λαιμού

    Ιμάντας για να κρεμάτε ταυτότητες, κάρτες εισόδου ή κλειδιά.

    “All office workers must wear their security pass on a lanyard.”

  8. padlock — λουκέτο

    padlock

    /ˈpædlɒk/

    λουκέτο

    Φορητή κλειδαριά με μεταλλικό κρίκο για ασφάλεια.

    “He secured his gym locker with a strong padlock.”

  9. coaster — σουβέρ

    coaster

    /ˈkoʊstər/

    σουβέρ

    Τοποθετείται κάτω από ποτήρια για να μην λερώνεται το τραπέζι.

    “Put your coffee mug on a coaster so you do not mark the desk.”

  10. hinge — μεντεσές

    hinge

    /hɪndʒ/

    μεντεσές

    Ο μεταλλικός σύνδεσμος πάνω στον οποίο περιστρέφεται μια πόρτα.

    “The door hinge makes a loud squeaking sound every time it opens.”

  11. clothespin — μανταλάκι

    clothespin

    /ˈkloʊðz.pɪn/

    μανταλάκι

    Χρησιμοποιείται για να στερεώνετε τα ρούχα στο άπλωμα.

    “Use a clothespin to hang that wet shirt on the line outside.”

  12. thumbtack — πινέζα

    thumbtack

    /ˈθʌmˌtæk/

    πινέζα

    Κοντό καρφάκι με πλατύ κεφάλι για στερέωση χαρτιών σε πίνακα.

    “She pinned the concert poster to the corkboard with a thumbtack.”

  13. funnel — χωνί

    funnel

    /ˈfʌn.əl/

    χωνί

    Βοηθά στη μετάγγιση υγρών ή σκόνης σε στενά δοχεία.

    “Use a plastic funnel to pour the hot soup into the glass jar.”

  14. doorstop — στοπ πόρτας

    /ˈdɔːrstɑːp/

    στοπ πόρτας

    Εμποδίζει την πόρτα να κλείσει απότομα ή να χτυπήσει στον τοίχο.

    “Put a heavy doorstop by the entrance so the breeze does not shut it.”

  15. pacifier — πιπίλα

    pacifier

    /ˈpæsɪfaɪər/

    πιπίλα

    Αντικείμενο από σιλικόνη ή καουτσούκ που ηρεμεί τα μωρά.

    “The crying baby quickly relaxed once she had her pacifier.”

  16. buckle — αγκράφα, πόρπη

    buckle

    /ˈbʌk.əl/

    αγκράφα, πόρπη

    Το μεταλλικό εξάρτημα που κουμπώνει τη ζώνη σας.

    “The shiny silver buckle on his belt caught the light.”

  17. doormat — πατάκι εισόδου

    doormat

    /ˈdɔːr.mæt/

    πατάκι εισόδου

    Μικρό χαλάκι μπροστά στην πόρτα για να σκουπίζετε τα παπούτσια.

    “Wipe your wet shoes on the doormat before you come inside.”

  18. shoelace — κορδόνι παπουτσιών

    shoelace

    /ˈʃuːleɪs/

    κορδόνι παπουτσιών

    Το λεπτό κορδόνι που δένει και σφίγγει το παπούτσι.

    “Your left shoelace is untied and you might trip over it.”

  19. thimble — δαχτυλήθρα

    thimble

    /ˈθɪmbl/

    δαχτυλήθρα

    Προστατευτικό κάλυμμα για το δάχτυλο κατά το ράψιμο.

    “Wear a metal thimble so the sewing needle does not poke your finger.”

  20. squeegee — υαλοκαθαριστήρας χειρός, τζαμοκαθαριστής

    squeegee

    /ˈskwiːdʒiː/

    υαλοκαθαριστήρας χειρός, τζαμοκαθαριστής

    Εργαλείο με λάστιχο για να απομακρύνετε νερά από τζάμια.

    “Use the squeegee to clear water off the shower glass after bathing.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 20 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ