Έπιπλα και αντικείμενα σπιτιού στα αγγλικά με εικόνες
Εδώ θα βρείτε τα βασικά έπιπλα και αντικείμενα που συναντάμε σε κάθε σπίτι. Δοκιμάστε να περιγράψετε στα αγγλικά τα αντικείμενα του δωματίου σας για καλύτερη εξάσκηση.

/tʃɛər/
καρέκλα
Έχει πλάτη και τέσσερα πόδια, σχεδιασμένη για ένα άτομο.
“Please pull up a chair and sit with us.”

/ˈteɪbl̩/
τραπέζι
Χρησιμοποιείται κυρίως για φαγητό, εργασία ή διάβασμα.
“We gathered around the dining table for dinner.”

sofa
/ˈsoʊfə/
καναπές
Άνετο κάθισμα με μπράτσα για δύο ή περισσότερα άτομα.
“He fell asleep on the living room sofa.”

/bɛd/
κρεβάτι
Το βασικό έπιπλο της κρεβατοκάμαρας για ύπνο και ξεκούραση.
“I like to read in bed before going to sleep.”

/dɛsk/
γραφείο
Τραπέζι κατάλληλο για μελέτη, υπολογιστή και γραφική εργασία.
“She keeps her laptop and notebooks on the desk.”

lamp
/læmp/
λάμπα, φωτιστικό
Συσκευή που παρέχει φως, συνήθως επιτραπέζια ή δαπέδου.
“Turn on the lamp so you can read better.”

/klɑːk/
ρολόι
Αναφέρεται στο ρολόι τοίχου ή επιτραπέζιο, όχι του χεριού.
“The clock on the wall shows five past three.”

/ˈmɪrər/
καθρέφτης
Ανακλαστική επιφάνεια που υπάρχει συνήθως στο μπάνιο ή στον διάδρομο.
“He checked his hair in the bathroom mirror.”

/ʃɛlf/
ράφι
Οριζόντια επιφάνεια στον τοίχο ή σε έπιπλο για αποθήκευση.
“Put the plant on the top shelf, please.”

drawer
/drɔːr/
συρτάρι
Συρόμενο κουτί σε έπιπλα για την τακτοποίηση μικρών πραγμάτων.
“I keep my socks in the bottom drawer.”

pillow
/ˈpɪloʊ/
μαξιλάρι ύπνου, μαξιλάρι
Μαλακό στήριγμα για το κεφάλι στο κρεβάτι.
“She fluffed her pillow before closing her eyes.”

/ˈblæŋkɪt/
κουβέρτα
Ζεστό σκέπασμα από ύφασμα ή μαλλί για το κρεβάτι.
“You will need an extra blanket tonight because it is cold.”

/ˈkɜːrtn/
κουρτίνα
Κρέμεται μπροστά από το παράθυρο για σκιά και προστασία.
“Close the curtain so the neighbors cannot see inside.”

/ˈkɑːrpɪt/
χαλί
Τοποθετείται στο δάπεδο ενός δωματίου για ζεστασιά και διακόσμηση.
“They placed a colorful carpet in the middle of the room.”

/ˈtaʊəl/
πετσέτα
Απορροφητικό ύφασμα για στέγνωμα μετά το πλύσιμο ή το μπάνιο.
“Grab a clean towel after taking a shower.”

wardrobe
/ˈwɔːrdroʊb/
ντουλάπα ρούχων, ντουλάπα
Ψηλό έπιπλο όπου κρεμάμε και αποθηκεύουμε τα ρούχα.
“Hang your winter coats in the big wardrobe.”

/ˈkæbɪnət/
ντουλάπι
Έπιπλο με πόρτες ή ράφια για διάφορα αντικείμενα.
“The medicine is stored in the bathroom cabinet.”

armchair
/ˌɑːrmˈtʃer/
πολυθρόνα
Ατομικό άνετο κάθισμα που διαθέτει στηρίγματα για τα χέρια.
“Grandpa loves to sit in his favorite armchair.”

bookshelf
/ˈbʊkʃelf/
βιβλιοθήκη, ράφι βιβλίων
Ράφι ή έπιπλο σχεδιασμένο ειδικά για την τοποθέτηση βιβλίων.
“The bookshelf is full of novels and magazines.”

nightstand
/ˈnaɪtstænd/
κομοδίνο
Μικρό τραπεζάκι που τοποθετείται δίπλα στο κρεβάτι.
“I left my glasses on the nightstand.”

dresser
/ˈdrɛsər/
σιφονιέρα, συρταριέρα
Χαμηλό έπιπλο με συρτάρια για την αποθήκευση ρούχων.
“Fold your shirts and put them in the dresser.”

/ˈkʌbərd/
ντουλάπι κουζίνας, ντουλάπι
Χρησιμοποιείται συχνά στην κουζίνα για τρόφιμα και σερβίτσια.
“Take a clean glass from the kitchen cupboard.”

stool
/stuːl/
σκαμπό
Απλό κάθισμα χωρίς πλάτη ή μπράτσα.
“He sat on a wooden stool at the breakfast counter.”

hammock
/ˈhæmək/
αιώρα
Κρεμαστό κρεβάτι από καραβόπανο ή δίχτυ για χαλάρωση.
“She relaxed in the hammock on a sunny afternoon.”

radiator
/ˈreɪdieɪtər/
καλοριφέρ, σώμα θέρμανσης
Συσκευή που ζεσταίνει το δωμάτιο μέσω ζεστού νερού.
“Place your wet gloves near the radiator to dry them.”

thermostat
/ˈθɜːrməstæt/
θερμοστάτης
Συσκευή που ρυθμίζει αυτόματα τη θερμοκρασία του σπιτιού.
“Set the thermostat to twenty degrees tonight.”

doorknob
/ˈdɔːrnɑːb/
πόμολο πόρτας, πόμολο
Στρογγυλή λαβή που περιστρέφουμε για να ανοίξει η πόρτα.
“Turn the doorknob slowly so you do not make noise.”

fireplace
/ˈfaɪə.pleɪs/
τζάκι
Κατασκευή στον τοίχο όπου ανάβουμε φωτιά για θέρμανση.
“We sat around the fireplace to warm up.”

chandelier
/ˌʃæn.dəˈlɪər/
πολυέλαιος
Εντυπωσιακό κρεμαστό φωτιστικό οροφής με πολλά φώτα.
“A crystal chandelier hangs above the dining table.”

/bentʃ/
παγκάκι, πάγκος
Μακρόστενο κάθισμα από ξύλο ή πέτρα για πολλά άτομα.
“We sat on a wooden bench in the garden.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 30 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




