LingoSnackLingoSnack

Μέρη του σώματος στα αγγλικά με εικόνες

Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε τα βασικά μέρη του ανθρώπινου σώματος στα αγγλικά. Δείξτε κάθε σημείο στο σώμα σας καθώς προφέρετε τη λέξη δυνατά για να τη θυμάστε ευκολότερα.

  1. nose — μύτη

    /noʊz/

    μύτη

    Το όργανο στο πρόσωπο για την όσφρηση και την αναπνοή.

    “He wiped his cold nose with a tissue.”

  2. neck — λαιμός

    /nɛk/

    λαιμός

    Ενώνει το κεφάλι με τον υπόλοιπο κορμό.

    “She wore a warm scarf around her neck.”

  3. head — κεφάλι

    /hɛd/

    κεφάλι

    Το ανώτερο μέρος του σώματος που περιέχει τον εγκέφαλο.

    “He nodded his head to say yes.”

  4. face — πρόσωπο

    /feɪs/

    πρόσωπο

    Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού από το μέτωπο ως το πηγούνι.

    “Wash your face with warm water every morning.”

  5. eye — μάτι

    /aɪ/

    μάτι

    Το όργανο της όρασης στον άνθρωπο.

    “Close your left eye during the test.”

  6. ear — αυτί

    /ɪər/

    αυτί

    Το όργανο με το οποίο ακούμε τους ήχους.

    “She whispered a secret into my ear.”

  7. mouth — στόμα

    /maʊθ/

    στόμα

    Το άνοιγμα στο πρόσωπο για φαγητό και ομιλία.

    “Do not speak with food in your mouth.”

  8. tooth — δόντι

    /tuːθ/

    δόντι

    Ο ανώμαλος πληθυντικός στα αγγλικά είναι teeth.

    “The dentist checked my broken tooth yesterday.”

  9. tongue — γλώσσα

    /tʌŋ/

    γλώσσα

    Μυώδες όργανο στο στόμα για τη γεύση και την ομιλία.

    “The hot soup burned my tongue.”

  10. shoulder — ώμος

    /ˈʃoʊl.dɚ/

    ώμος

    Το σημείο που συνδέει τον βραχίονα με τον κορμό.

    “He carried a heavy backpack on one shoulder.”

  11. arm — χέρι, μπράτσο

    /ɑːrm/

    χέρι, μπράτσο

    Αναφέρεται σε ολόκληρο το άνω άκρο, από τον ώμο ως τον καρπό.

    “She raised her right arm to ask a question.”

  12. elbow — αγκώνας

    /ˈɛlboʊ/

    αγκώνας

    Η άρθρωση στη μέση του χεριού που του επιτρέπει να λυγίζει.

    “He bumped his elbow against the wooden table.”

  13. wrist — καρπός

    wrist

    /rɪst/

    καρπός

    Η άρθρωση που ενώνει το χέρι με την παλάμη.

    “I wear my new watch on my left wrist.”

  14. hand — χέρι, παλάμη

    /hænd/

    χέρι, παλάμη

    Το άκρο του χεριού μετά τον καρπό, μαζί με τα δάχτυλα.

    “Please hold my hand while crossing the street.”

  15. finger — δάχτυλο χεριού

    /ˈfɪŋɡər/

    δάχτυλο χεριού

    Στα αγγλικά χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τα δάχτυλα των χεριών.

    “He pointed his finger toward the tall building.”

  16. thumb — αντίχειρας

    /θʌm/

    αντίχειρας

    Το πρώτο, πιο χοντρό δάχτυλο του χεριού.

    “She gave a quick thumbs up to show approval.”

  17. chest — στήθος, θώρακας

    /tʃɛst/

    στήθος, θώρακας

    Το μπροστινό επάνω μέρος του κορμού.

    “Take a deep breath and fill your chest.”

  18. back — πλάτη

    /bæk/

    πλάτη

    Η πίσω πλευρά του σώματος από τους ώμους μέχρι τη μέση.

    “Sitting on the floor hurts my lower back.”

  19. waist — μέση

    waist

    /weɪst/

    μέση

    Το στενότερο μέρος του κορμού πάνω από τους γοφούς.

    “This leather belt fits snugly around my waist.”

  20. leg — πόδι

    /lɛɡ/

    πόδι

    Ολόκληρο το κάτω άκρο από το ισχίο μέχρι τον αστράγαλο.

    “His left leg felt sore after the long run.”

  21. knee — γόνατο

    /niː/

    γόνατο

    Η μεγάλη άρθρωση στη μέση του ποδιού.

    “She scraped her knee when she fell down.”

  22. foot — πέλμα, πόδι

    /fʊt/

    πέλμα, πόδι

    Το κάτω μέρος του ποδιού όπου πατάμε. Πληθυντικός: feet.

    “He stepped on a sharp rock with his bare foot.”

  23. ankle — αστράγαλος

    ankle

    /ˈæŋkəl/

    αστράγαλος

    Η άρθρωση που συνδέει το πόδι με το πέλμα.

    “She twisted her ankle while playing soccer.”

  24. toe — δάχτυλο ποδιού

    /toʊ/

    δάχτυλο ποδιού

    Στα αγγλικά διακρίνεται ρητά από το δάχτυλο του χεριού (finger).

    “He accidentally stubbed his big toe on the chair.”

  25. skin — δέρμα

    /skɪn/

    δέρμα

    Το εξωτερικό περίβλημα που καλύπτει ολόκληρο το σώμα.

    “Put on sunscreen to protect your sensitive skin.”

  26. bone — κόκαλο, οστό

    /boʊn/

    κόκαλο, οστό

    Τα σκληρά μέρη που συνθέτουν τον σκελετό.

    “Milk gives you calcium for strong bones.”

  27. muscle — μυς

    /ˈmʌsəl/

    μυς

    Ιστός του σώματος που παράγει κίνηση όταν συσπάται.

    “Lifting heavy weights helps build arm muscle.”

  28. eyelid — βλέφαρο

    eyelid

    /ˈaɪlɪd/

    βλέφαρο

    Το πτυχωτό δέρμα που ανοιγοκλείνει για να προστατεύει το μάτι.

    “Her heavy eyelids closed as she fell asleep.”

  29. eyebrow — φρύδι

    eyebrow

    /ˈaɪbraʊ/

    φρύδι

    Η λωρίδα τριχών πάνω από το μάτι.

    “He raised an eyebrow in complete surprise.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 29 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ