LingoSnackLingoSnack

Φύση και τοπία στα αγγλικά με εικόνες

Εδώ θα βρείτε βασικό λεξιλόγιο για στοιχεία της φύσης, φυτά και διάφορα γεωγραφικά τοπία. Συνδέστε κάθε αγγλική λέξη με μια νοερή εικόνα για να τη θυμάστε ευκολότερα.

  1. grass — γρασίδι, χορτάρι

    /ɡræs/

    γρασίδι, χορτάρι

    Αναφέρεται στο πράσινο φυτό που καλύπτει κήπους και πάρκα.

    “The children sat on the soft grass to eat lunch.”

  2. flower — λουλούδι

    /ˈflaʊər/

    λουλούδι

    Το έγχρωμο και συχνά ευωδιαστό μέρος ενός φυτού.

    “He gave her a bright red flower from the garden.”

  3. tree — δέντρο

    /triː/

    δέντρο

    Πολυετές ψηλό φυτό με ξυλώδη κορμό και κλαδιά.

    “Birds built a nest high up in the old oak.”

  4. leaf — φύλλο

    /liːf/

    φύλλο

    Ο πληθυντικός του σχηματίζεται ανώμαλα ως leaves.

    “A dry brown leaf fell gently onto my shoulder.”

  5. branch — κλαδί

    /bræntʃ/

    κλαδί

    Το μέρος του δέντρου που εκφύεται από τον κύριο κορμό.

    “A squirrel jumped from one branch to another.”

  6. root — ρίζα

    /ruːt/

    ρίζα

    Βρίσκεται συνήθως κάτω από το έδαφος και απορροφά νερό.

    “The thick root of the ancient oak lifted the sidewalk.”

  7. forest — δάσος

    /ˈfɔːr.ɪst/

    δάσος

    Μεγάλη έκταση καλυμμένη κυρίως από πυκνά δέντρα.

    “We enjoyed walking through the quiet, shaded forest.”

  8. mountain — βουνό

    /ˈmaʊntən/

    βουνό

    Πολύ ψηλός φυσικός γεωλογικός σχηματισμός της γης.

    “Snow covered the top of the tall mountain all winter.”

  9. river — ποτάμι, ποταμός

    river

    /ˈrɪvər/

    ποτάμι, ποταμός

    Φυσικό ρεύμα γλυκού νερού που ρέει προς τη θάλασσα.

    “They took a small boat down the wide river.”

  10. lake — λίμνη

    lake

    /leɪk/

    λίμνη

    Μεγάλη μάζα νερού που περιβάλλεται εξ ολοκλήρου από στεριά.

    “We rented a small cabin near the peaceful lake.”

  11. desert — έρημος

    /ˈdɛzərt/

    έρημος

    Προσοχή στον τόνο στην πρώτη συλλαβή, σε αντίθεση με το dessert.

    “Camels can travel for days across the hot desert.”

  12. island — νησί

    /ˈaɪlənd/

    νησί

    Το αρχικό γράμμα s δεν προφέρεται καθόλου.

    “You need to take a ferry to reach the island.”

  13. valley — κοιλάδα

    valley

    /ˈvæli/

    κοιλάδα

    Χαμηλή περιοχή ανάμεσα σε βουνά, όπου συχνά ρέει ποτάμι.

    “A small farming village sits at the bottom of the valley.”

  14. hill — λόφος

    hill

    /hɪl/

    λόφος

    Έξαρμα του εδάφους με σαφώς μικρότερο υψόμετρο από βουνό.

    “We rolled our bikes slowly up the steep hill.”

  15. cliff — γκρεμός, απόκρημνος βράχος

    cliff

    /klɪf/

    γκρεμός, απόκρημνος βράχος

    Κατακόρυφη και απότομη πλαγιά βράχου, συχνά κοντά στη θάλασσα.

    “Be careful when walking near the edge of the cliff.”

  16. cave — σπηλιά, σπήλαιο

    /keɪv/

    σπηλιά, σπήλαιο

    Φυσική κοιλότητα στο εσωτερικό ενός βράχου ή υπόγεια.

    “Bears sometimes sleep inside a dark cave during winter.”

  17. waterfall — καταρράκτης

    waterfall

    /ˈwɔːtəfɔːl/

    καταρράκτης

    Σύνθετη λέξη από το water και το fall.

    “The loud waterfall splashed cool water on our faces.”

  18. beach — παραλία

    /biːtʃ/

    παραλία

    Αμμώδης ή με βότσαλα ακτή δίπλα στη θάλασσα.

    “We built sandcastles together on the warm sunny beach.”

  19. meadow — λιβάδι

    meadow

    /ˈmɛdoʊ/

    λιβάδι

    Έκταση με χορτάρι και αγριολούλουδα για βοσκή.

    “Cows grazed peacefully in the sunny green meadow.”

  20. swamp — βάλτος, έλος

    swamp

    /swɒmp/

    βάλτος, έλος

    Υγρότοπος με στάσιμα ρηχά νερά και πυκνή βλάστηση.

    “Many frogs and strange birds live in this wet swamp.”

  21. glacier — παγετώνας

    glacier

    /ˈɡleɪ.ʃər/

    παγετώνας

    Τεράστια μάζα πάγου που κινείται πολύ αργά στη στεριά.

    “Scientists travel north to study the shrinking glacier.”

  22. canyon — φαράγγι

    canyon

    /ˈkænjən/

    φαράγγι

    Βαθιά χαράδρα με απότομα βράχια δεξιά και αριστερά.

    “The river cut a deep canyon through the red rocks.”

  23. volcano — ηφαίστειο

    volcano

    /vɒlˈkeɪ.nəʊ/

    ηφαίστειο

    Βουνό από το οποίο μπορεί να εκραγεί λάβα.

    “Smoke rose into the sky from the active volcano.”

  24. field — χωράφι, αγρός

    /fiːld/

    χωράφι, αγρός

    Ανοιχτή έκταση γης που καλλιεργείται ή χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος.

    “Wheat was growing across the wide open field.”

  25. lagoon — λιμνοθάλασσα

    lagoon

    /ləˈɡuːn/

    λιμνοθάλασσα

    Ρηχή λεκάνη αλμυρού νερού χωρισμένη από την ανοιχτή θάλασσα.

    “We swam in the calm, warm water of the lagoon.”

  26. coastline — ακτογραμμή

    coastline

    /ˈkoʊstlaɪn/

    ακτογραμμή

    Η γραμμή που ορίζει το όριο ανάμεσα στη στεριά και το νερό.

    “The rocky coastline looks beautiful from the airplane.”

  27. pond — λιμνούλα

    pond

    /pɑːnd/

    λιμνούλα

    Μικρή συγκέντρωση στάσιμου νερού, αισθητά μικρότερη από λίμνη.

    “Ducks swam across the quiet little pond in the park.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 27 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ