Επαγγέλματα στα αγγλικά με εικόνες
Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε τα βασικότερα επαγγέλματα στα αγγλικά μέσα από εικόνες. Μην ξεχνάτε να βάζετε το άρθρο a ή an πριν από κάθε επάγγελμα όταν μιλάτε.

teacher
/ˈtiːtʃə(r)/
δάσκαλος, καθηγητής
Χρησιμοποιείται γενικά για όποιον διδάσκει σε σχολείο.
“Our English teacher explains every grammar rule clearly.”

/ˈdɑːktər/
γιατρός
Αναφέρεται τόσο σε παθολόγους όσο και σε ειδικευμένους γιατρούς.
“You should visit a doctor if your cough gets worse.”

/nɜːrs/
νοσηλευτής, νοσοκόμος
Φροντίζει ασθενείς σε νοσοκομεία ή κλινικές.
“The friendly nurse checked my temperature this morning.”

chef
/ʃef/
σεφ, αρχιμάγειρας
Αφορά τον επαγγελματία μάγειρα, συχνά επικεφαλής κουζίνας.
“The head chef prepared a special meal for tonight.”

farmer
/ˈfɑːrmər/
αγρότης
Ασχολείται με την καλλιέργεια της γης ή την κτηνοτροφία.
“The local farmer sells fresh eggs at the market.”

/ˈpaɪlət/
πιλότος
Ο χειριστής αεροπλάνου ή άλλου εναέριου μέσου.
“The pilot announced that we would land on time.”

/ˈdraɪvər/
οδηγός
Συχνά συνδυάζεται, όπως bus driver ή taxi driver.
“The taxi driver took the fastest route downtown.”

builder
/ˈbɪldər/
οικοδόμος
Εργάζεται στην κατασκευή και επισκευή κτιρίων.
“The builder finished the new house ahead of schedule.”

mechanic
/məˈkæn.ɪk/
μηχανικός αυτοκινήτων
Επισκευάζει μηχανές και οχήματα σε συνεργείο.
“A reliable mechanic fixed the problem with my car.”

baker
/ˈbeɪkə(r)/
αρτοποιός, φούρναρης
Φτιάχνει και πουλάει ψωμί και αρτοσκευάσματα.
“The baker starts making fresh bread early each morning.”

dentist
/ˈdentɪst/
οδοντίατρος
Ειδικός για την υγεία των δοντιών και των ούλων.
“I go to the dentist twice a year for checkups.”

barber
/ˈbɑːrbər/
μπαρμπέρης, κουρέας
Κουρεύει ανδρικά μαλλιά και περιποιείται γενειάδες.
“My brother visits the same barber every month.”

/ˈɑːrtɪst/
καλλιτέχνης
Συνήθως αναφέρεται σε ζωγράφους ή γλύπτες.
“The talented artist displayed her paintings in the gallery.”

singer
/ˈsɪŋər/
τραγουδιστής
Ερμηνεύει τραγούδια επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά.
“The pop singer performed in front of thousands of fans.”

dancer
/ˈdænsər/
χορευτής
Ασχολείται με τον χορό ως τέχνη ή επάγγελμα.
“Each dancer practiced the routine for many hours.”

photographer
/fəˈtɑːɡrəfər/
φωτογράφος
Τραβάει επαγγελματικές φωτογραφίες με κάμερα.
“We hired a wedding photographer to capture the special day.”

firefighter
/ˈfaɪərˌfaɪtər/
πυροσβέστης
Σβήνει φωτιές και σώζει ανθρώπους σε κίνδυνο.
“A brave firefighter rescued the cat from the burning building.”

police officer
/pəˈliːs ˈɒfɪsər/
αστυνομικός
Ο ουδέτερος και σύγχρονος όρος αντί του policeman.
“The police officer directed traffic during the power outage.”

scientist
/ˈsaɪəntɪst/
επιστήμονας
Ερευνά και μελετά κάποιο επιστημονικό πεδίο.
“The scientist discovered a new way to clean water.”

/ˌɛndʒɪˈnɪər/
μηχανικός
Σχεδιάζει και κατασκευάζει μηχανές ή τεχνικά έργα.
“The software engineer created a new mobile application.”

/ˈɑːrkɪtɛkt/
αρχιτέκτονας
Σχεδιάζει κτίρια και επιβλέπει την κατασκευή τους.
“An architect drew the plans for the modern library.”

lawyer
/ˈlɔɪər/
δικηγόρος
Παρέχει νομικές συμβουλές και εκπροσωπεί πελάτες στα δικαστήρια.
“Her lawyer advised her to sign the business contract.”

journalist
/ˈdʒɜːrnəlɪst/
δημοσιογράφος
Ερευνά και μεταδίδει ειδήσεις στα μέσα ενημέρωσης.
“The journalist wrote an article about the local elections.”

accountant
/əˈkaʊntənt/
λογιστής
Διαχειρίζεται οικονομικά στοιχεία και φορολογικές δηλώσεις.
“Our company accountant helps us prepare our annual taxes.”

electrician
/ɪˌlekˈtrɪʃ.ən/
ηλεκτρολόγος
Εγκαθιστά και επισκευάζει ηλεκτρικές καλωδιώσεις και συσκευές.
“Call an electrician to fix that broken wall outlet.”

plumber
/ˈplʌm.ər/
υδραυλικός
Το γράμμα b στη λέξη δεν προφέρεται.
“The plumber repaired the leaking pipe under the sink.”

carpenter
/ˈkɑːrpəntər/
ξυλουργός, μαραγκός
Κατασκευάζει και επιδιορθώνει ξύλινα έπιπλα και κατασκευές.
“The skilled carpenter built a custom wooden table.”

/dɪˈzaɪ.nər/
σχεδιαστής
Σχεδιάζει ρούχα, γραφικά, ιστοσελίδες ή αντικείμενα.
“The fashion designer unveiled a colorful spring collection.”

receptionist
/rɪˈsepʃənɪst/
ρεσεψιονίστ, υπάλληλος υποδοχής
Υποδέχεται επισκέπτες σε ξενοδοχεία και επιχειρήσεις.
“The hotel receptionist handed us our room keys.”

programmer
/ˈproʊˌɡræmər/
προγραμματιστής
Γράφει κώδικα για εφαρμογές και λογισμικό υπολογιστών.
“The programmer fixed several bugs in the new software.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 30 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




