LingoSnackLingoSnack

Δουλειές του σπιτιού στα αγγλικά με εικόνες

Αυτή η σελίδα περιλαμβάνει βασικά ρήματα και ουσιαστικά για την καθαριότητα του σπιτιού. Δοκιμάστε να περιγράφετε στα αγγλικά τις κινήσεις σας καθώς κάνετε τις καθημερινές δουλειές.

  1. scrub — τρίβω

    scrub

    /skrʌb/

    τρίβω

    Χρησιμοποιείται όταν καθαρίζουμε κάτι επίμονα με βούρτσα και σαπούνι.

    “I need to scrub the dirty kitchen floor today.”

  2. sweep — σκουπίζω

    /swiːp/

    σκουπίζω

    Αναφέρεται στο καθάρισμα του δαπέδου με σκούπα.

    “Please sweep the floor before our guests arrive.”

  3. mop — σφουγγαρίζω

    mop

    /mɑːp/

    σφουγγαρίζω

    Χρησιμοποιείται για να καθαρίσεις υγρά ή λεκέδες από το πάτωμα.

    “She had to mop the kitchen floor after the dog ran inside.”

  4. wipe — σκουπίζω, σφουγγίζω

    /waɪp/

    σκουπίζω, σφουγγίζω

    Καθαρίζουμε μια επιφάνεια περνώντας την απαλά με πανί ή χαρτί.

    “Can you wipe the kitchen table with a cloth?”

  5. dust — ξεσκονίζω

    /dʌst/

    ξεσκονίζω

    Αφαιρείς τη λεπτή σκόνη από τα έπιπλα με ένα πανί.

    “Please dust the bookshelves before our guests arrive.”

  6. soak — μουλιάζω

    /soʊk/

    μουλιάζω

    Αφήνουμε κάτι μέσα στο νερό για να μαλακώσει η βρωμιά.

    “Soak the dirty cooking pot before washing it.”

  7. wring — στύβω

    /rɪŋ/

    στύβω

    Στρίβουμε και πιέζουμε ένα υγρό πανί για να φύγει το νερό.

    “Make sure to wring out the wet towel first.”

  8. fold — διπλώνω

    /foʊld/

    διπλώνω

    Αφορά το τακτοποιημένο δίπλωμα ρούχων, σεντονιών ή πετσετών.

    “I helped my mother fold the dry clothes.”

  9. iron — σιδερώνω

    /ˈaɪərn/

    σιδερώνω

    Ισιώνει τις ζάρες στα πλυμένα ρούχα με τη θερμότητα.

    “He needs to iron his work shirt before the meeting.”

  10. wash — πλένω

    /wɒʃ/

    πλένω

    Καθαρίζουμε οτιδήποτε χρησιμοποιώντας νερό και σαπούνι.

    “Always wash your hands before eating dinner.”

  11. stack — στοιβάζω

    stack

    /stæk/

    στοιβάζω

    Τοποθετείς πράγματα, όπως πιάτα ή βιβλία, το ένα πάνω στο άλλο.

    “She decided to stack the heavy books against the wall.”

  12. replace — αντικαθιστώ, αλλάζω

    /rɪˈpleɪs/

    αντικαθιστώ, αλλάζω

    Τοποθετούμε κάτι καινούριο στη θέση ενός παλιού ή φθαρμένου αντικειμένου.

    “It is time to replace the old kitchen sponge.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 12 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ