Phrasal verbs στα αγγλικά με εικόνες
Αυτή η σελίδα παρουσιάζει βασικά phrasal verbs που περιγράφουν καθημερινές φυσικές πράξεις και κινήσεις. Προσπαθήστε να τα μαθαίνετε συνδυάζοντας το ρήμα με την εικόνα της κίνησης αντί για κατά λέξη μετάφραση.

wake up
/weɪk ʌp/
ξυπνάω
Αναφέρεται στη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια και συνειδητοποιούμε ότι τελείωσε ο ύπνος.
“I usually wake up at seven in the morning.”

get up
/ɡet ʌp/
σηκώνομαι
Σημαίνει ότι βγαίνουμε σωματικά από το κρεβάτι αφού έχουμε ξυπνήσει.
“He decided to get up and make breakfast.”

turn on
/tɜːrn ɑːn/
ανάβω, ανοίγω
Χρησιμοποιείται για ηλεκτρικές συσκευές, φώτα ή διακόπτες.
“Please turn on the light in the hallway.”

turn off
/tɜːrn ɔːf/
σβήνω, κλείνω
Το αντίθετο του turn on, για διακοπή λειτουργίας μιας συσκευής.
“Remember to turn off the computer before leaving.”

put on
/pʊt ɒn/
φοράω, βάζω
Περιγράφει την ίδια την κίνηση όταν ντυνόμαστε ή φοράμε αξεσουάρ.
“Put on a warm coat before going outside.”

take off
/teɪk ɔːf/
απογειώνομαι
Χρησιμοποιείται κυρίως για αεροπλάνα όταν εγκαταλείπουν το έδαφος.
“The plane will take off in ten minutes.”

sit down
/sɪt daʊn/
κάθομαι
Η μετάβαση από την όρθια στάση σε κάθισμα.
“Please sit down and make yourself comfortable.”

stand up
/stænd ʌp/
σηκώνομαι όρθιος
Η κίνηση να σταθεί κανείς στα πόδια του.
“The students stand up when the teacher arrives.”

lie down
/laɪ daʊn/
ξαπλώνω
Παίρνω οριζόντια στάση σε κρεβάτι ή καναπέ για ξεκούραση.
“I feel tired and want to lie down.”

throw away
/θroʊ əˈweɪ/
πετάω στα σκουπίδια
Απαλλάσσομαι από αντικείμενα που δεν χρειάζομαι πλέον.
“Do not throw away those old glass bottles.”

look for
/lʊk fɔːr/
ψάχνω
Προσπαθώ να εντοπίσω ένα αντικείμενο ή πρόσωπο που λείπει.
“Can you help me look for my keys?”

hang up
/hæŋ ʌp/
κρεμάω
Τοποθετώ ένα ρούχο σε κρεμάστρα ή σε γάντζο.
“Please hang up your wet coat by the door.”

plug in
/plʌɡ ɪn/
βάζω στην πρίζα
Συνδέω το καλώδιο μιας συσκευής στο ηλεκτρικό ρεύμα.
“You need to plug in your phone charger.”

clean up
/kliːn ʌp/
καθαρίζω, συγυρίζω
Τακτοποιώ και καθαρίζω έναν χώρο από ακαταστασία.
“We should clean up the kitchen after dinner.”

/pɪk ʌp/
σηκώνω, μαζεύω
Παίρνω κάτι με τα χέρια μου από το πάτωμα ή επιφάνεια.
“Please pick up your bag from the floor.”


/ˌlaɪn ˈʌp/
μπαίνω στη σειρά, σχηματίζω ουρά
Στέκομαι σε σειρά περιμένοντας τη σειρά μου.
“Customers line up to pay at the counter.”

/traɪ ɒn/
δοκιμάζω ρούχο
Φοράω ένα ρούχο σε δοκιμαστήριο για να ελέγξω το νούμερο.
“You should try on the shoes first.”

/zɪp ʌp/
κλείνω το φερμουάρ
Κουμπώνω μπουφάν ή τσάντα τραβώντας το φερμουάρ προς τα πάνω.
“Zip up your jacket because it is cold.”

/wɑːʃ ʌp/
πλένω τα πιάτα
Καθαρίζω τα σκεύη και τα μαχαιροπίρουνα μετά το φαγητό.
“He offered to wash up after dinner.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 20 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




