LingoSnackLingoSnack

Μαστορέματα και επισκευές στα αγγλικά με εικόνες

Αυτή η σελίδα περιλαμβάνει βασικά εργαλεία και ενέργειες για επισκευές και κατασκευές στο σπίτι. Προσπαθήστε να συνδυάσετε κάθε ρήμα με το αντίστοιχο εργαλείο όταν περιγράφετε μια εργασία.

  1. hammer — καρφώνω

    hammer

    /ˈhæm.ər/

    καρφώνω

    Χτυπάς ένα καρφί στον τοίχο ή στο ξύλο με σφυρί.

    “He used a heavy hammer to hit the nail into wood.”

  2. drill — τρυπάω, ανοίγω τρύπα

    drill

    /drɪl/

    τρυπάω, ανοίγω τρύπα

    Χρησιμοποιείς ηλεκτρικό εργαλείο για να δημιουργήσεις άνοιγμα σε σκληρή επιφάνεια.

    “Can you drill a hole in the wall for the shelf?”

  3. saw — πριονίζω

    saw

    /sɔː/

    πριονίζω

    Κόβεις ξύλα ή σανίδες χρησιμοποιώντας εργαλείο με κοφτερά δόντια.

    “She used a sharp saw to cut the wooden board.”

  4. glue — κολλάω

    glue

    /ɡluː/

    κολλάω

    Ενώνεις σπασμένα αντικείμενα ή υλικά χρησιμοποιώντας ειδική κολλητική ουσία.

    “Put some glue on the paper to stick it down.”

  5. screw — βιδώνω

    /skruː/

    βιδώνω

    Στερεώνεις εξαρτήματα περιστρέφοντας μεταλλικές βίδες με κατσαβίδι.

    “Turn the small screw clockwise to hold the shelf securely.”

  6. tighten — σφίγγω

    /ˈtaɪtn/

    σφίγγω

    Ενέργεια που κάνουμε σε βίδες ή παξιμάδια για να σταθεροποιηθούν.

    “Please tighten the loose bolts on this chair.”

  7. fix — φτιάχνω, επισκευάζω

    /fɪks/

    φτιάχνω, επισκευάζω

    Πολύ συνηθισμένο ρήμα όταν διορθώνουμε κάτι που έχει χαλάσει.

    “I need to fix the broken door handle today.”

  8. build — χτίζω, κατασκευάζω

    /bɪld/

    χτίζω, κατασκευάζω

    Χρησιμοποιείται όταν δημιουργούμε κάτι συναρμολογώντας διάφορα υλικά.

    “We plan to build a new wooden table this weekend.”

  9. unlock — ξεκλειδώνω

    unlock

    /ʌnˈlɒk/

    ξεκλειδώνω

    Ανοίγεις μια πόρτα ή ένα λουκέτο χρησιμοποιώντας το κατάλληλο κλειδί.

    “He used a key to unlock the wooden chest.”

  10. unwrap — ξετυλίγω

    unwrap

    /ʌnˈræp/

    ξετυλίγω

    Αφαιρώ το περιτύλιγμα ή το προστατευτικό χαρτί από ένα αντικείμενο.

    “The children could not wait to unwrap their gifts.”

  11. carve — σκαλίζω, χαράζω

    /kɑːrv/

    σκαλίζω, χαράζω

    Κόβω προσεκτικά ξύλο ή πέτρα για να δημιουργήσω ένα σχέδιο.

    “He likes to carve small animals out of wood.”

  12. install — εγκαθιστώ, τοποθετώ

    /ɪnˈstɔːl/

    εγκαθιστώ, τοποθετώ

    Βάζω μια συσκευή ή εξοπλισμό στη θέση του έτοιμο για χρήση.

    “They will install the new washing machine tomorrow morning.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 12 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ