LingoSnackLingoSnack

Ύπουλες και μυστικές ενέργειες στα αγγλικά με εικόνες

Αυτή η σελίδα περιλαμβάνει λέξεις για κρυφές πράξεις, παρακολουθήσεις και ύπουλες κινήσεις στα αγγλικά. Παρατηρήστε τις διαφορές στις λεπτές αποχρώσεις κάθε ρήματος για να τις χρησιμοποιείτε με ακρίβεια.

  1. eavesdrop — κρυφακούω

    eavesdrop

    /ˈiːvzdrɑːp/

    κρυφακούω

    Αφορά την κρυφή παρακολούθηση ιδιωτικών συνομιλιών τρίτων.

    “He tried to eavesdrop on their private meeting.”

  2. creep — έρπω, κινούμαι αθόρυβα

    /kriːp/

    έρπω, κινούμαι αθόρυβα

    Περιγράφει πολύ αργή και προσεκτική κίνηση για να μην γίνετε αντιληπτοί.

    “I saw a cat creep through the tall grass.”

  3. hide — κρύβω, κρύβομαι

    /haɪd/

    κρύβω, κρύβομαι

    Χρησιμοποιείται τόσο όταν κρύβετε κάτι όσο και όταν κρύβεστε οι ίδιοι.

    “The children like to hide behind the sofa.”

  4. lurk — παραμονεύω, καραδοκώ

    lurk

    /lɜːrk/

    παραμονεύω, καραδοκώ

    Συνήθως υποδηλώνει αναμονή στο σκοτάδι με κακόβουλες προθέσεις.

    “A suspicious man seemed to lurk in the dark alley.”

  5. peek — κρυφοκοιτάζω

    peek

    /piːk/

    κρυφοκοιτάζω

    Σημαίνει μια γρήγορη και φευγαλέα ματιά στα κρυφά.

    “Do not peek at your birthday present yet!”

  6. shadow — παρακολουθώ στενά

    /ˈʃædoʊ/

    παρακολουθώ στενά

    Συνηθίζεται για κρυφή επιτήρηση κάποιου σε κάθε του βήμα.

    “The detective was hired to shadow the suspect.”

  7. smuggle — κάνω λαθρεμπόριο, διακινώ παράνομα

    smuggle

    /ˈsmʌɡ.əl/

    κάνω λαθρεμπόριο, διακινώ παράνομα

    Αφορά τη μυστική μεταφορά παράνομων αντικειμένων πέρα από σύνορα.

    “They tried to smuggle rare birds across the border.”

  8. snatch — αρπάζω, βουτώ

    snatch

    /snætʃ/

    αρπάζω, βουτώ

    Δηλώνει απότομη, βιαστική και συχνά αγενή αρπαγή κάποιου πράγματος.

    “The monkey tried to snatch my banana.”

  9. sneak — γλιστρώ κρυφά, τρυπώνω

    sneak

    /sniːk/

    γλιστρώ κρυφά, τρυπώνω

    Συχνά συνδυάζεται με προθέσεις όπως sneak in ή sneak out.

    “We watched him sneak into the kitchen for cake.”

  10. trace — εντοπίζω, ιχνηλατώ

    /treɪs/

    εντοπίζω, ιχνηλατώ

    Χρησιμοποιείται για την εύρεση ατόμου μέσω στοιχείων και ενδείξεων.

    “The dog helped him trace the thief by his smell.”

  11. steal — κλέβω

    /stiːl/

    κλέβω

    Η βασική λέξη για την παράνομη αφαίρεση ξένης περιουσίας.

    “A thief tried to steal her bicycle last night.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 11 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ