Υγεία και πρώτες βοήθειες στα αγγλικά με εικόνες
Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε βασικές λέξεις για ιατρικά εργαλεία, τραυματισμούς και πρώτες βοήθειες. Προσπαθήστε να συνδέσετε κάθε λέξη με το αντίστοιχο αντικείμενο στο σπιτικό σας φαρμακείο.

bandage
/ˈbændɪdʒ/
επίδεσμος
Χρησιμοποιείται για να τυλίγουμε και να προστατεύουμε ένα τραύμα.
“She wrapped a clean bandage around her sprained wrist.”

thermometer
/θərˈmɑːmɪtər/
θερμόμετρο
Το όργανο με το οποίο μετράμε τη θερμοκρασία του σώματος.
“The nurse used a thermometer to check my fever.”

syringe
/sɪˈrɪndʒ/
σύριγγα
Χρησιμεύει για ενέσεις ή για τη λήψη υγρών από το σώμα.
“The doctor filled the syringe with the vaccine.”

gauze
/ɡɔːz/
γάζα
Λεπτό ύφασμα που καλύπτει και αποστειρώνει πληγές.
“He put fresh gauze over the deep cut.”

stethoscope
/ˈstɛθəskoʊp/
στηθοσκόπιο
Ιατρικό εργαλείο για την ακρόαση της καρδιάς και των πνευμόνων.
“The doctor placed the cold stethoscope on my chest.”

/krʌtʃ/
πατερίτσα
Βοήθημα βάδισης για άτομα με τραυματισμένο πόδι.
“He walked slowly with a crutch under each arm.”

stretcher
/ˈstrɛtʃər/
φορείο
Χρησιμοποιείται για τη μεταφορά τραυματιών ή ασθενών.
“Paramedics lifted the hurt player onto a stretcher.”

first-aid kit
/ˌfɜːrst ˈeɪd kɪt/
κουτί πρώτων βοηθειών, φαρμακείο
Κουτί με βασικά ιατρικά εφόδια για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.
“We keep a small first-aid kit in the car.”

bruise
/bruːz/
μελανιά, μώλωπας
Σημάδι στο δέρμα που προκαλείται από χτύπημα.
“I got a large bruise after falling off my bike.”

rash
/ræʃ/
εξάνθημα
Κόκκινα σπυράκια ή ερεθισμός στο δέρμα, συχνά από αλλεργία.
“The new soap gave me an itchy red rash.”

/ˈswɛlɪŋ/
πρήξιμο, οίδημα
Διόγκωση σε σημείο του σώματος λόγω τραυματισμού ή φλεγμονής.
“Put ice on the ankle to reduce the swelling.”

blister
/ˈblɪstər/
φουσκάλα
Μικρή φουσκάλα με υγρό στο δέρμα, συνήθως από τριβή.
“My new running shoes caused a painful blister.”

/bɜːrn/
έγκαυμα
Αντιμετωπίζεται άμεσα με άφθονο δροσερό τρεχούμενο νερό.
“She treated the minor burn with cold water.”

/skɑːr/
ουλή, σημάδι
Μόνιμο ίχνος στο δέρμα μετά την επούλωση μιας πληγής.
“He has a small scar above his left eye.”

/ˈhɛdˌeɪk/
πονοκέφαλος
Συνεχής πόνος στο κεφάλι.
“I took some medicine because I had a bad headache.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 15 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




