Υγεία και συμπτώματα στα αγγλικά με εικόνες
Εδώ θα μάθετε βασικές λέξεις για προβλήματα υγείας, συμπτώματα και ιατρική φροντίδα στα αγγλικά. Προσπαθήστε να συνδέσετε κάθε λέξη με μια προσωπική σας εμπειρία για να τη θυμάστε εύκολα.

allergy
/ˈælərdʒi/
αλλεργία
Αντίδραση του οργανισμού σε ουσίες όπως η γύρη ή ορισμένες τροφές.
“He cannot eat nuts because of a serious peanut allergy.”

bandage
/ˈbændɪdʒ/
επίδεσμος, γάζα
Χρησιμοποιείται για να δέσει και να προστατεύσει ένα τραύμα.
“The nurse wrapped a clean bandage around my hurt arm.”

bruise
/bruːz/
μελανιά, μώλωπας
Σκούρο σημάδι στο δέρμα που προκαλείται συνήθως από χτύπημα.
“She got a purple bruise on her knee after falling.”

cough
/kɔːf/
βήχας, βήχω
Απότομη έξοδος αέρα από τους πνεύμονες λόγω ερεθισμού στον λαιμό.
“I cough a lot at night when I have a cold.”

dizziness
/ˈdɪz.i.nəs/
ζαλάδα, ίλιγγος
Η αίσθηση ότι όλα γυρίζουν και χάνετε την ισορροπία σας.
“Standing up too fast gave him a moment of dizziness.”

/ˈhɛdˌeɪk/
πονοκέφαλος
Συνεχής ή έντονος πόνος στην περιοχή του κεφαλιού.
“I need to rest because I have a bad headache.”

/ɪnˈfɛk.ʃən/
λοίμωξη, μόλυνση
Εισβολή και πολλαπλασιασμός μικροβίων ή ιών μέσα στο σώμα.
“Clean the cut carefully so you do not get an infection.”

/ˈɪndʒəri/
τραυματισμός, τραύμα
Σωματική βλάβη που προκύπτει συνήθως από ατύχημα ή πτώση.
“The soccer player missed the game because of a leg injury.”

/ˈmɛd.ɪ.sən/
φάρμακο
Ουσία που παίρνουμε για τη θεραπεία κάποιας ασθένειας ή πόνου.
“Take this medicine twice a day after your meals.”

/prɪˈskrɪpʃən/
ιατρική συνταγή
Έγγραφη οδηγία από γιατρό για τη χορήγηση συγκεκριμένου φαρμάκου.
“The doctor wrote a prescription for some strong painkillers.”

rash
/ræʃ/
εξάνθημα
Κόκκινα σημάδια ή σπυράκια που εμφανίζονται ξαφνικά στο δέρμα.
“New soap caused an itchy red rash on my hands.”

/skɑːr/
ουλή, σημάδι
Μόνιμο σημάδι που μένει στο δέρμα μετά την επούλωση πληγής.
“He has a small scar above his left eye.”

/sniːz/
φτέρνισμα, φτερνίζομαι
Ακούσια και απότομη εκπνοή από τη μύτη λόγω ερεθισμού.
“Cold dust always makes me sneeze several times.”

stomachache
/ˈstʌməkˌeɪk/
στομαχόπονος, κοιλόπονος
Πόνος ή δυσφορία στην περιοχή του στομάχου ή της κοιλιάς.
“Eating too much sweet food gave the boy a stomachache.”

/ˈswɛlɪŋ/
πρήξιμο, οίδημα
Ασυνήθιστη διόγκωση σε σημείο του σώματος από φλεγμονή ή υγρό.
“Put ice on your ankle to reduce the painful swelling.”

thermometer
/θərˈmɑːmɪtər/
θερμόμετρο
Όργανο που μετράει τη θερμοκρασία του σώματος για πυρετό.
“Check your temperature under your tongue with the thermometer.”

toothache
/ˈtuːθ.eɪk/
πονόδοντος
Οξύς ή συνεχής πόνος σε ένα ή περισσότερα δόντια.
“I visited the dentist yesterday to treat a terrible toothache.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 17 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ



