LingoSnackLingoSnack

Ασκήσεις γυμναστηρίου στα αγγλικά με εικόνες

Αυτή η ενότητα περιλαμβάνει βασικές κινήσεις και ασκήσεις που εκτελούνται κατά την προπόνηση στο γυμναστήριο. Δοκιμάστε να αναφέρετε κάθε κίνηση στα αγγλικά την ώρα που γυμνάζεστε.

  1. squat — βαθύ κάθισμα

    squat

    /skwɑːt/

    βαθύ κάθισμα

    Βασική άσκηση για την ενδυνάμωση των ποδιών και των γλουτών.

    “Keep your back straight when you squat.”

  2. lunge — προβολή

    lunge

    /lʌndʒ/

    προβολή

    Άσκηση ποδιών όπου κάνεις βήμα μπροστά λυγίζοντας ταυτόχρονα και τα δύο γόνατα.

    “She took a big lunge forward during the workout.”

  3. plank — σανίδα

    plank

    /plæŋk/

    σανίδα

    Στατική άσκηση ενδυνάμωσης κορμού όπου κρατάς το σώμα ευθυγραμμισμένο πάνω από το πάτωμα.

    “He tried to hold a plank for sixty seconds.”

  4. row — κωπηλατώ

    /roʊ, raʊ/

    κωπηλατώ

    Χρησιμοποιείται για την κίνηση βάρκας στο νερό ή σε ειδικό όργανο γυμναστηρίου.

    “He likes to row his boat across the calm lake.”

  5. deadlift — άρση θανάτου

    deadlift

    /ˈded.lɪft/

    άρση θανάτου

    Σήκωμα μπάρας από το πάτωμα μέχρι το ύψος των γοφών.

    “He can deadlift more weight than anyone else here.”

  6. sprint — σπριντ, γρήγορο τρέξιμο

    sprint

    /sprɪnt/

    σπριντ, γρήγορο τρέξιμο

    Έντονο τρέξιμο στη μέγιστη ταχύτητα για μικρή απόσταση ή διάρκεια.

    “We ended the training session with a fast sprint.”

  7. stretch — τεντώνομαι, κάνω διατάσεις

    /stretʃ/

    τεντώνομαι, κάνω διατάσεις

    Βοηθά στην ευλυγισία των μυών πριν ή μετά από έντονη σωματική άσκηση.

    “He had to stretch his arms to reach the fruit.”

  8. jump — άλμα, πήδημα

    /dʒʌmp/

    άλμα, πήδημα

    Εκρηκτική κίνηση όπου τα πόδια απομακρύνονται από το έδαφος.

    “Bend your knees before you jump over the rope.”

  9. climb — αναρρίχηση

    /klaɪm/

    αναρρίχηση

    Ανάβαση σε τοίχο αναρρίχησης ή κίνηση στο μηχάνημα σκαλοπατιών.

    “Athletes climb the rope to build arm strength.”

  10. box — πυγμαχώ, κάνω μποξ

    /bɑːks/

    πυγμαχώ, κάνω μποξ

    Μαχητικό άθλημα όπου δύο αντίπαλοι φορούν ειδικά γάντια και ανταλλάσσουν γροθιές.

    “Athletes box inside the ring during the competition.”

  11. pull — έλξη, τράβηγμα

    /pʊl/

    έλξη, τράβηγμα

    Κίνηση όπου τραβάτε το βάρος προς το μέρος σας.

    “Pull the cable down toward your shoulders.”

  12. push — ώθηση, σπρώξιμο

    /pʊʃ/

    ώθηση, σπρώξιμο

    Κίνηση όπου απομακρύνετε το βάρος από το σώμα σας.

    “Push the heavy bar away from your chest.”

  13. throw — ρίψη, πέταγμα

    /θroʊ/

    ρίψη, πέταγμα

    Συχνή κίνηση με μπάλες γυμναστηρίου (medicine balls).

    “Throw the heavy ball against the wall.”

  14. catch — υποδοχή, πιάσιμο

    /kætʃ/

    υποδοχή, πιάσιμο

    Σύλληψη αντικειμένου στον αέρα κατά τη διάρκεια δυναμικών ασκήσεων.

    “Catch the medicine ball with both hands.”

  15. crunch — ροκάνισμα

    crunch

    /krʌntʃ/

    ροκάνισμα

    Δημοφιλής άσκηση κοιλιακών που εκτελείται ανάσκελα με ελαφριά ανύψωση των ώμων.

    “Do every crunch slowly to work your stomach muscles.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 15 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ