Μουσικά όργανα στα αγγλικά με εικόνες
Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε τα βασικότερα μουσικά όργανα στα αγγλικά. Δοκιμάστε να κατηγοριοποιήσετε τις λέξεις σε έγχορδα, πνευστά και κρουστά για να τις απομνημονεύσετε πιο εύκολα.

guitar
/ɡɪˈtɑːr/
κιθάρα
Δημοφιλές έγχορδο όργανο με συνήθως έξι χορδές.
“He plays acoustic songs on his wooden guitar every evening.”

piano
/piˈænoʊ/
πιάνο
Πλήκτροφόρο όργανο με πλήκτρα που χτυπούν εσωτερικές χορδές.
“She practices classical music on the grand piano every day.”

violin
/ˌvaɪəˈlɪn/
βιολί
Έγχορδο όργανο που παίζεται με δοξάρι στηριγμένο στον ώμο.
“The orchestra has many musicians who play the violin beautifully.”

/drʌm/
τύμπανο, ταμπούρο
Κρουστό όργανο που χτυπιέται με μπαγκέτες ή τα χέρια.
“He kept the fast beat by hitting the snare drum.”

flute
/fluːt/
φλάουτο
Πνευστό όργανο με υψηλό τόνο που κρατιέται οριζόντια.
“She played a sweet, high melody on her silver flute.”

trumpet
/ˈtrʌmpɪt/
τρομπέτα
Χάλκινο πνευστό όργανο με λαμπερό και δυνατό ήχο.
“The jazz musician blew a loud note on his brass trumpet.”

saxophone
/ˈsæksəfoʊn/
σαξόφωνο
Μεταλλικό πνευστό όργανο που χρησιμοποιείται ευρέως στην τζαζ.
“He played a smooth solo on the tenor saxophone tonight.”

clarinet
/ˌklærɪˈnet/
κλαρινέτο
Ξύλινο πνευστό όργανο με μονό καλάμι και ζεστό ήχο.
“She joined the concert band to play the black clarinet.”

cello
/ˈtʃɛloʊ/
βιολοντσέλο
Μεγάλο έγχορδο με βαθύ ήχο που παίζεται καθιστά.
“The deep sound of the cello filled the quiet room.”

harp
/hɑːrp/
άρπα
Μεγάλο έγχορδο όργανο του οποίου οι χορδές τσιμπιούνται με τα δάχτυλα.
“An ancient golden harp stood in the corner of the hall.”

accordion
/əˈkɔːrdiən/
ακορντεόν
Φορητό όργανο με φυσούνα και πλήκτρα ή κουμπιά.
“The street musician squeezed his accordion to play folk songs.”

harmonica
/hɑːrˈmɒnɪkə/
φυσαρμόνικα
Μικρό πνευστό όργανο που παίζεται με εισπνοή και εκπνοή.
“He kept a small harmonica in his jacket pocket.”

ukulele
/ˌjuːkəˈleɪli/
γιουκαλίλι
Μικρό έγχορδο όργανο χαβανέζικης προέλευσης με τέσσερις χορδές.
“We sang cheerful beach songs around the campfire with a ukulele.”

banjo
/ˈbændʒoʊ/
μπάντζο
Έγχορδο όργανο με στρογγυλό σώμα, χαρακτηριστικό της κάντρι μουσικής.
“He learned fast country tunes on his five-string banjo.”

tambourine
/ˌtæmbəˈriːn/
ντέφι
Κρουστό με κυκλικό πλαίσιο και μικρά μεταλλικά πιατίνια.
“The singer shook a tambourine to match the lively beat.”

xylophone
/ˈzaɪləˌfoʊn/
ξυλόφωνο
Κρουστό όργανο με ξύλινες ράβδους που χτυπιούνται με μπαγκέτες.
“Children love striking the wooden bars of a xylophone.”

cymbals
/ˈsɪm.bəlz/
πιατίνια
Ζεύγος λεπτών μεταλλικών δίσκων που κρούονται μεταξύ τους.
“The percussionist clashed two brass cymbals together with force.”

triangle
/ˈtraɪæŋɡl/
τρίγωνο
Κρουστό μεταλλικό όργανο που χρησιμοποιείται συχνά από παιδιά για τα κάλαντα.
“Wait for the cue before you hit the small triangle.”

tuba
/ˈtjuːbə/
τούμπα
Το μεγαλύτερο χάλκινο πνευστό όργανο με πολύ χαμηλό ήχο.
“Carrying that heavy tuba across the field was quite difficult.”

trombone
/trɑːmˈboʊn/
τρομπόνι
Χάλκινο πνευστό με συρόμενο σωλήνα για την αλλαγή του τόνου.
“He extended the long slide of his brass trombone smoothly.”

recorder
/rɪˈkɔːrdər/
φλογέρα
Απλό πνευστό όργανο που διδάσκεται συχνά στα σχολεία για εκμάθηση μουσικής.
“Many young students learn simple melodies on a plastic recorder.”

maracas
/məˈrɑː.kəz/
μαράκες
Κρουστά που περιέχουν σπόρους και τρέμουν ρυθμικά στον ήχο.
“Shake these colorful maracas along with the Latin dance rhythm.”

gong
/ɡɒŋ/
γκονγκ
Μεγάλος μεταλλικός δίσκος που παράγει βαθύ αντηχητικό ήχο.
“A deep crash echoed when he struck the bronze gong.”

/ˈɔːr.ɡən/
εκκλησιαστικό όργανο
Επιβλητικό πληκτροφόρο όργανο με αυλούς που συναντάται κυρίως σε μεγάλους ναούς.
“The old stone church has an impressive antique pipe organ.”

oboe
/ˈoʊboʊ/
όμποε
Ξύλινο πνευστό όργανο με διπλό καλάμι και χαρακτηριστική χροιά.
“The orchestra tuned their pitch to the lead oboe note.”

bassoon
/bəˈsuːn/
φαγκότο
Μεγάλο ξύλινο πνευστό όργανο που αποδίδει βαθιές νότες.
“He plays the low bass parts on a wooden bassoon.”

mandolin
/ˌmændəˈlɪn/
μαντολίνο
Έγχορδο όργανο με αχλαδόσχημο σώμα, διαδεδομένο στη Μεσόγειο.
“She picked a fast traditional tune on her mandolin.”

lute
/luːt/
λαούτο
Παραδοσιακό έγχορδο με κυρτό σώμα, γνωστό από την Αναγέννηση.
“The Renaissance player entertained royalty with his plucked lute.”

sitar
/ˈsɪtɑːr/
σιτάρ
Κλασικό ινδικό έγχορδο όργανο με μακρύ λαιμό.
“Master musicians play complex classical ragas on the sitar.”

bagpipes
/ˈbæɡˌpaɪps/
γκάιντα
Παραδοσιακό πνευστό όργανο με ασκό, διάσημο στη Σκωτία.
“A Scottish parade marched past to the sound of loud bagpipes.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 30 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




