LingoSnackLingoSnack

Ψώνια και χρήματα στα αγγλικά με εικόνες

Σε αυτό το μάθημα θα μάθετε βασικές λέξεις που αφορούν τα ψώνια και τις καθημερινές συναλλαγές. Προσπαθήστε να τις χρησιμοποιείτε νοερά κάθε φορά που επισκέπτεστε ένα κατάστημα.

  1. cash — μετρητά

    /kæʃ/

    μετρητά

    Αναφέρεται σε χαρτονομίσματα και κέρματα σε αντίθεση με τις κάρτες.

    “I do not have any cash in my pocket today.”

  2. ATM — ΑΤΜ, μηχάνημα ανάληψης

    ATM

    /ˌeɪ.tiːˈem/

    ΑΤΜ, μηχάνημα ανάληψης

    Το μηχάνημα της τράπεζας από όπου κάνετε ανάληψη μετρητών.

    “He stopped at the ATM to withdraw some money.”

  3. wallet — πορτοφόλι

    wallet

    /ˈwɒlɪt/

    πορτοφόλι

    Συνήθως επίπεδο πορτοφόλι για χαρτονομίσματα, κάρτες και ταυτότητα.

    “He took his credit card out of his leather wallet.”

  4. purse — γυναικείο πορτοφόλι, τσάντα

    purse

    /pɜːrs/

    γυναικείο πορτοφόλι, τσάντα

    Χρησιμοποιείται κυρίως για γυναικείο πορτοφόλι για κέρματα ή μικρή τσάντα.

    “She opened her purse to find her house keys.”

  5. aisle — διάδρομος

    aisle

    /aɪl/

    διάδρομος

    Χώρος ανάμεσα στα ράφια ενός σούπερ μάρκετ όπου περπατούν οι πελάτες.

    “You can find the fresh bread in the third aisle.”

  6. price — τιμή

    /praɪs/

    τιμή

    Το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να αγοράσετε κάτι.

    “The price of milk went up this week.”

  7. discount — έκπτωση

    /ˈdɪskaʊnt/

    έκπτωση

    Η μείωση της αρχικής τιμής ενός προϊόντος.

    “Students get a ten percent discount at this bookstore.”

  8. barcode — γραμμωτός κώδικας, barcode

    barcode

    /ˈbɑːrkoʊd/

    γραμμωτός κώδικας, barcode

    Οι παράλληλες γραμμές στη συσκευασία που σκανάρονται στο ταμείο.

    “The cashier scanned the barcode on the cereal box.”

  9. package — δέμα, συσκευασία

    /ˈpæk.ɪdʒ/

    δέμα, συσκευασία

    Αντικείμενα τυλιγμένα σε χαρτί ή τοποθετημένα μέσα σε κουτί.

    “The postal worker delivered a heavy package this morning.”

  10. counter — πάγκος

    /ˈkaʊntər/

    πάγκος

    Η μακρόστενη επιφάνεια εξυπηρέτησης ή πώλησης προϊόντων σε ένα μαγαζί.

    “Please pay for your coffee at the front counter.”

  11. bill — λογαριασμός

    /bɪl/

    λογαριασμός

    Το έντυπο που αναφέρει το ποσό που οφείλετε για προϊόντα ή υπηρεσίες.

    “We asked the waiter for the dinner bill.”

  12. vending machine — αυτόματος πωλητής

    vending machine

    /ˈvɛndɪŋ məˌʃiːn/

    αυτόματος πωλητής

    Μηχάνημα που πουλάει σνακ, αναψυκτικά ή καφέ με κέρματα ή κάρτα.

    “I bought a cold soda from the vending machine.”

  13. price tag — ταμπελάκι τιμής, ετικέτα τιμής

    price tag

    /praɪs tæɡ/

    ταμπελάκι τιμής, ετικέτα τιμής

    Το μικρό καρτελάκι πάνω στο προϊόν που αναγράφει την αξία του.

    “Check the price tag before you buy that shirt.”

  14. shopping bag — τσάντα για ψώνια

    shopping bag

    /ˈʃɒpɪŋ bæɡ/

    τσάντα για ψώνια

    Η σακούλα ή τσάντα στην οποία βάζετε όσα μόλις αγοράσατε.

    “She brought a reusable shopping bag to the supermarket.”

Δοκιμάστε τις γνώσεις σας

Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 14 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.

Παίξτε το κουίζ