Αθλητικός εξοπλισμός στα αγγλικά με εικόνες
Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε βασικές αγγλικές λέξεις για όργανα γυμναστικής και αθλητικό εξοπλισμό. Συνδέστε κάθε αντικείμενο με το άθλημα στο οποίο χρησιμοποιείται για να το θυμάστε ευκολότερα.

cones
/koʊnz/
κώνοι, κορύνες
Τοποθετούνται στο γήπεδο για να οριοθετούν διαδρομές κατά την προπόνηση.
“The coach placed plastic cones across the field.”

/bɔːl/
μπάλα
Το βασικότερο αντικείμενο σε ομαδικά αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ.
“He kicked the ball into the net.”

racket
/ˈræk.ɪt/
ρακέτα
Απαραίτητη για αθλήματα όπως το τένις, το σκουός και το μπάντμιντον.
“She bought a new tennis racket yesterday.”

/bæt/
ρόπαλο
Χρησιμοποιείται στο μπέιζμπολ για να χτυπηθεί η μπάλα με δύναμη.
“He gripped the wooden bat with both hands.”

/nɛt/
δίχτυ, φιλέ
Χωρίζει το γήπεδο στο βόλεϊ και το τένις ή καλύπτει την εστία.
“The soccer ball hit the back of the net.”

/ˈhɛlmɪt/
κράνος
Προστατεύει το κεφάλι στην ποδηλασία, το χόκεϊ και τα μηχανοκίνητα σπορ.
“Always wear a helmet when riding a bicycle.”

whistle
/ˈwɪsəl/
σφυρίχτρα
Το χρησιμοποιεί ο διαιτητής για να δίνει σήματα στους παίκτες.
“The referee blew his whistle to stop play.”

/ˈmɛdəl/
μετάλλιο
Απονέμεται στους τρεις πρώτους νικητές μιας αθλητικής διοργάνωσης.
“She won a gold medal in the race.”

/ˈtroʊfi/
τρόπαιο, κύπελλο
Απονέμεται στη νικήτρια ομάδα ενός πρωταθλήματος ή τουρνουά.
“The champion held the shining trophy up high.”

/ˈjuːnɪfɔːrm/
στολή, εμφάνιση
Τα ρούχα που φορούν τα μέλη μιας ομάδας σε επίσημους αγώνες.
“Our team wears a blue and white uniform.”

cleats
/kliːts/
ποδοσφαιρικά παπούτσια με τάπες
Ειδικά παπούτσια που προσφέρουν πρόσφυση σε γρασίδι ή χώμα.
“He put on his cleats before soccer practice.”

skates
/skeɪts/
παγοπέδιλα, πατίνια
Παπούτσια με λεπίδα για πάγο ή ροδάκια για σκληρές επιφάνειες.
“She laced up her skates at the rink.”

goggles
/ˈɡɒɡlz/
προστατευτικά γυαλιά, μάσκα
Φοριούνται στην κολύμβηση ή το σκι για προστασία των ματιών.
“Wear goggles when you swim in the pool.”

surfboard
/ˈsɜːrf.bɔːrd/
σανίδα του σερφ
Ειδική επιμήκης σανίδα για να ισορροπεί ο αθλητής πάνω στα κύματα.
“He carried his surfboard down to the beach.”

skateboard
/ˈskeɪt.bɔːrd/
σκέιτμπορντ, σανίδα
Σανίδα με τέσσερα ροδάκια για κόλπα και μετακίνηση στον δρόμο.
“Kids love riding a skateboard in the park.”

snowboard
/ˈsnoʊbɔːrd/
σανίδα χιονοδρομίας
Φαρδιά σανίδα για κατάβαση σε χιονισμένες πλαγιές.
“She strapped her boots onto the snowboard.”

skis
/skiːz/
πέδιλα του σκι
Μακριές λωρίδες που εφαρμόζουν στις μπότες για γλίστρημα στο χιόνι.
“He rented skis for his winter vacation.”

puck
/pʌk/
δίσκος χόκεϊ
Σκληρός δίσκος από καουτσούκ που αντικαθιστά την μπάλα στο χόκεϊ στον πάγο.
“The goalie stopped the fast hockey puck.”

dumbbell
/ˈdʌm.bel/
αλτήρας, βαράκι
Μικρό βάρος για ασκήσεις ενδυνάμωσης των χεριών στο γυμναστήριο.
“She lifted a ten-pound dumbbell in each hand.”

barbell
/ˈbɑːr.bel/
μπάρα βαρών
Μακριά μεταλλική ράβδος όπου προσαρμόζονται δίσκοι για άρση βαρών.
“He loaded heavy metal plates onto the barbell.”

kettlebell
/ˈketl.bel/
δράμι, κέτλμπελ
Βαρύς σιδερένιος αλτήρας σε σχήμα μπάλας με λαβή για λειτουργική προπόνηση.
“Swing the kettlebell up to your chest level.”

treadmill
/ˈtred.mɪl/
διάδρομος γυμναστικής
Όργανο γυμναστικής για τρέξιμο ή περπάτημα σε εσωτερικό χώρο.
“I run five miles on the treadmill daily.”

trampoline
/ˈtræmpəliːn/
τραμπολίνο
Τεντωμένο ύφασμα με ελατήρια για άλματα και ακροβατικές ασκήσεις.
“Children love jumping up and down on the trampoline.”

hoop
/huːp/
χουλαχούπ, στεφάνι
Πλαστικός κρίκος που περιστρέφεται γύρω από τη μέση για εκγύμναση ή παιχνίδι.
“She practiced spinning the red hoop around her waist in the garden.”

gloves
/ɡlʌvz/
γάντια
Φοριούνται στην πυγμαχία, το μπέιζμπολ ή από τερματοφύλακες για προστασία.
“The goalkeeper wore thick padded gloves.”

pads
/pædz/
επικαλαμίδες, προστατευτικά
Προστατευτικά μαξιλαράκια για τα γόνατα, τους αγκώνες ή τα καλάμια.
“Wear knee pads when you go rollerblading.”

paddle
/ˈpædl/
κουπί
Κοντό όργανο με πλατιά άκρη για κωπηλασία σε κανό ή καγιάκ.
“She dipped the wooden paddle into the river.”

mat
/mæt/
στρωματάκι γυμναστικής
Τοποθετείται στο πάτωμα για άνεση και προστασία κατά τις ασκήσεις εδάφους.
“Roll out your mat before doing yoga exercises.”

/ˈdʒɜːrzi/
αθλητική φανέλα
Μπλούζα με αριθμό και όνομα που φορούν οι παίκτες στους αγώνες.
“He wore his favorite soccer player's jersey.”
Δοκιμάστε τις γνώσεις σας
Μπορείτε να αναγνωρίσετε και τις 29 εικόνες; Παίξτε το κουίζ και δείτε το σκορ σας.
Παίξτε το κουίζ




